Πρόστιμο-μαμούθ 25 δισ. δολαρίων στη Meta – Το σκάνδαλο με τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών
Δικαστήριο στο Νέο Μεξικό επέβαλε στη Meta πρόστιμο 25 δισ. δολαρίων για παραπλανητικές πρακτικές, με φόντο το σκάνδαλο Cambridge Analytica και εκατομμύρια παραβάσεις
Πρόστιμο ύψους 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων επέβαλε δικαστής στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ στη Meta, μητρική εταιρεία του Facebook, μετά τη διαπίστωση ότι είχε παραπλανήσει χρήστες σχετικά με την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων και άλλες πρακτικές της πλατφόρμας. Η υπόθεση συνδέεται με τις αποκαλύψεις για την Cambridge Analytica και την πρόσβαση σε πληροφορίες εκατομμυρίων χρηστών χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Η απόφαση εκδόθηκε από τον δικαστή Φράνσις Μάθιου, έπειτα από την ετυμηγορία των ενόρκων, οι οποίοι είχαν καταλήξει ότι η εταιρεία προχώρησε σε περισσότερες από 43 εκατομμύρια παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών του Νέου Μεξικού.
Σύμφωνα με το ΕΡΤnews, το δικαστήριο υπολόγισε ότι η νομοθεσία θα μπορούσε να δικαιολογήσει κυρώσεις που ξεπερνούν τα 219 δισεκατομμύρια δολάρια, ωστόσο το τελικό ποσό περιορίστηκε στα 25 δισεκατομμύρια.
Από τα 219 δισ. στο πρόστιμο των 25 δισ. δολαρίων
Στο σκεπτικό της απόφασής του, ο δικαστής αναφέρθηκε στη διάρκεια και τη φύση των παραβάσεων που αποδόθηκαν στο Facebook.
«Οι παραβάσεις του Facebook – οι οποίες διαπράχθηκαν επί σειρά ετών και δημοσιοποιήθηκαν συστηματικά – αφορούν τον πυρήνα των επιχειρηματικών πρακτικών του Facebook», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δικαστική κρίση βασίστηκε στην ετυμηγορία που είχε εκδοθεί στις 25 Σεπτεμβρίου, όταν οι ένορκοι διαπίστωσαν ότι 26 από τις 29 δηλώσεις της εταιρείας και της διοίκησής της για συγκεκριμένα ζητήματα ήταν παραπλανητικές.
Ο αριθμός των παραβάσεων υπολογίστηκε με βάση τους χρήστες του Facebook ή τους κατοίκους της πολιτείας που είχαν εκτεθεί σε καθεμία από τις συγκεκριμένες δηλώσεις.
Η νομοθεσία του Νέου Μεξικού προβλέπει χρηματική κύρωση έως 5.000 δολάρια ανά παράβαση.
Η υπόθεση Cambridge Analytica και τα δεδομένα 87 εκατομμυρίων χρηστών
Στο επίκεντρο της δικαστικής διαμάχης βρίσκεται το σκάνδαλο της Cambridge Analytica, της βρετανικής εταιρείας πολιτικών συμβούλων που είχε συνδεθεί με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2016.
Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις που οδήγησαν στη δικαστική υπόθεση, η Cambridge Analytica είχε αποκτήσει μέσω εφαρμογής τρίτου παρόχου προσωπικά δεδομένα έως και 87 εκατομμυρίων χρηστών του Facebook, χωρίς την έγκρισή τους.
Ο γενικός εισαγγελέας του Νέου Μεξικού προσέφυγε κατά της Meta το 2021, κατηγορώντας την εταιρεία ότι δεν ενημέρωνε με ειλικρίνεια τους χρήστες για την πρόσβαση τρίτων στα δεδομένα τους.
Η αγωγή περιλάμβανε επίσης ισχυρισμούς για παραπλανητικές τοποθετήσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, της παραπληροφόρησης και άλλων ζητημάτων που αφορούσαν την εσωτερική λειτουργία της πλατφόρμας.
Η πολιτεία υποστήριξε ότι η Meta γνώριζε πως τρίτοι είχαν εκτεταμένη πρόσβαση σε προσωπικές πληροφορίες χρηστών, ενώ επέτρεπε τη διατήρηση επιβλαβούς περιεχομένου όταν αυτό εξυπηρετούσε τα οικονομικά της συμφέροντα.
Τι ζητούσε η πολιτεία και πώς απάντησε η Meta
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 1ης Οκτωβρίου, η δικηγόρος της πολιτείας Ράντι ΜακΓκιν ζήτησε να επιβληθούν κυρώσεις ύψους 35 έως 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όπως υποστήριξε, ένα τέτοιο ποσό θα ήταν συμβατό τόσο με την ετυμηγορία των ενόρκων όσο και με τις συνταγματικές εγγυήσεις για τη δίκαιη δικαστική διαδικασία.
«Το δικαστήριο πρέπει να απευθυνθεί στη Meta στη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει: το χρήμα και την αξία της μετοχής της», δήλωσε η ΜακΓκιν.
Από την πλευρά της, η Meta είχε ζητήσει να περιοριστούν οι κυρώσεις στα 3,45 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στα δικαστικά έγγραφα, η εταιρεία υποστήριξε ότι η επιβολή μεγαλύτερου ποσού θα μπορούσε να αποθαρρύνει επιχειρήσεις από το να δραστηριοποιούνται στο Νέο Μεξικό.
Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν τεκμηρίωναν πώληση δεδομένων χρηστών από την ίδια και ότι η πολιτεία δεν είχε αποδείξει πως συγκεκριμένος καταναλωτής παραπλανήθηκε στην πράξη.
Πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα από τις κυρώσεις
Ο γενικός εισαγγελέας του Νέου Μεξικού, Ραούλ Τόρες, δήλωσε μετά την ετυμηγορία ότι η νομοθεσία της πολιτείας προβλέπει τη διάθεση των εσόδων από τις συγκεκριμένες κυρώσεις αποκλειστικά στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η διάταξη αυτή αφορά τα ποσά που εισπράττονται από τις κυρώσεις για παραβάσεις της νομοθεσίας προστασίας των καταναλωτών.
Πρόστιμα και για την ασφάλεια των ανηλίκων
Η Meta βρίσκεται αντιμέτωπη και με άλλες δικαστικές αποφάσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες αφορούν την προστασία νεαρών χρηστών των κοινωνικών δικτύων.
Τον Μάρτιο, ένορκοι στη Σάντα Φε έκριναν ότι η εταιρεία είχε παραπλανήσει τους χρήστες σχετικά με την ασφάλεια των ανηλίκων στις πλατφόρμες Facebook, Instagram και WhatsApp.
Στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας επιβλήθηκαν αστικές κυρώσεις ύψους 375 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ακολούθησε δικαστική απόφαση που υποχρέωσε τη Meta να καταβάλει 567 εκατομμύρια δολάρια σε ειδικό ταμείο για την ψυχική υγεία των εφήβων.
Παράλληλα, διατάχθηκε η εφαρμογή πρόσθετων μέτρων προστασίας των ανήλικων χρηστών του Facebook και του Instagram στην πολιτεία.
Τον Αύγουστο, η εταιρεία συμφώνησε επίσης να καταβάλει 17 δισεκατομμύρια δολάρια για τη διευθέτηση πανεθνικής αγωγής που είχαν καταθέσει γενικοί εισαγγελείς από δεκάδες αμερικανικές πολιτείες.
Η συγκεκριμένη αγωγή βασιζόταν σε ισχυρισμούς ότι η Meta είχε σχεδιάσει σκόπιμα εθιστικά προϊόντα, τα οποία προκαλούσαν βλάβες στα παιδιά.
Έσοδα 64,6 δισ. δολαρίων, αλλά χαμηλότερα κέρδη από τις προβλέψεις
Οι δικαστικές υποθέσεις και οι οικονομικοί διακανονισμοί αποτυπώνονται και στα αποτελέσματα της εταιρείας.
Στην τριμηνιαία οικονομική έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 21 Οκτωβρίου, την ίδια ημέρα με την ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης, η Meta γνωστοποίησε ότι τα καθαρά κέρδη της ήταν σημαντικά χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών της Wall Street.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η εξέλιξη συνδέθηκε με πληρωμή 9,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο πλαίσιο συμβιβασμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε αύξηση 26% στα τριμηνιαία έσοδά της, τα οποία ανήλθαν στα 64,6 δισεκατομμύρια δολάρια.






