Ακρίβεια: Οι Έλληνες κόβουν ελαιόλαδο και μοσχάρι – Τι βάζουν πλέον στο τραπέζι τους
Σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων αποτυπώνουν τα νεότερα στοιχεία για τις αγορές τροφίμων, καθώς οι ποσότητες βασικών προϊόντων που προμηθεύονται τα νοικοκυριά παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Το ελαιόλαδο, το μοσχαρίσιο κρέας, τα ψάρια και το φρέσκο γάλα συγκαταλέγονται στις κατηγορίες που καταγράφουν αισθητή υποχώρηση, ενώ στον αντίποδα αυξημένη ζήτηση εμφανίζουν τα πουλερικά, τα όσπρια, τα αυγά και το γιαούρτι.
Η εικόνα προκύπτει από νέα μελέτη του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), η οποία παρουσιάστηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής, στις 16 Οκτωβρίου, αξιοποιώντας στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ.
Η ανάλυση καλύπτει την περίοδο 2008-2025 και εξετάζει την εξέλιξη των ποσοτήτων τροφίμων που αγοράζουν τα ελληνικά νοικοκυριά, σε συνδυασμό με τις μεταβολές στις καταναλωτικές δαπάνες.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η υποχώρηση που καταγράφεται στο ελαιόλαδο, ένα από τα βασικότερα προϊόντα της ελληνικής και μεσογειακής διατροφής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι αγοραζόμενες ποσότητες ελαιολάδου έχουν μειωθεί κατά 34,8% σε σχέση με το 2008, ενώ η πτώση φτάνει το 40,2% σε σύγκριση με το 2015.
Το ΙΕΛΚΑ επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες μεταβολές πρέπει να εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη διαχρονική εξέλιξη των τιμών του ελαιολάδου όσο και τις αλλαγές στις συνήθειες των καταναλωτών, χωρίς η μείωση των αγορών να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε έναν παράγοντα.
Σημαντική διαφοροποίηση καταγράφεται και στην κατανάλωση προϊόντων ζωικής προέλευσης, με το μοσχαρίσιο κρέας να εμφανίζει μείωση στις αγοραζόμενες ποσότητες κατά 29,2% σε σύγκριση με το 2008.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση στα αλλαντικά, κατά 35,4%, ενώ οι αγορές ψαριών μειώθηκαν κατά 14,6% και των θαλασσινών κατά 37,2%.
Αντίθετα, οι ποσότητες πουλερικών αυξήθηκαν κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως, σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης.
Η συγκεκριμένη μεταβολή καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία το μοσχαρίσιο κρέας έχει δεχθεί σημαντικές ανατιμήσεις. Στα στοιχεία που παρατίθενται αναφέρεται ότι οι τιμές του έχουν φτάσει ακόμη και τα 20 ευρώ ανά κιλό, με αύξηση που αγγίζει το 70% μέσα σε διάστημα 15 μηνών.
Η οικονομική διάσταση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που εξετάζονται για την ερμηνεία της μετακίνησης των καταναλωτών προς διαφορετικές κατηγορίες τροφίμων, χωρίς οι μεταβολές να συνδέονται αποκλειστικά με την πορεία των τιμών.
Αξιοσημείωτη είναι και η ενίσχυση που παρουσιάζουν τα όσπρια στο ελληνικό τραπέζι, καθώς οι αγοραζόμενες ποσότητες αυξήθηκαν κατά 23,5% σε σχέση με το 2008.
Ανοδικά κινήθηκαν και οι ξηροί καρποί, καταγράφοντας αύξηση 11%, ενώ διαφορετική εικόνα εμφανίζεται στις υπόλοιπες κατηγορίες φυτικών τροφίμων.
Ειδικότερα, οι αγορές φρούτων περιορίστηκαν κατά 8,9%, την ώρα που τα λαχανικά παρέμειναν σχεδόν σταθερά, με οριακή αύξηση 1%.
Μεγαλύτερη υποχώρηση σημειώθηκε στις πατάτες, με τις αγοραζόμενες ποσότητες να εμφανίζονται μειωμένες κατά 24,2% σε σχέση με το 2008.
Σημαντικές αλλαγές αποτυπώνονται και στην κατηγορία των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπου οι αγορές πλήρους νωπού γάλακτος μειώθηκαν κατά 42,5%, ενώ στο γάλα μακράς διάρκειας η μείωση έφτασε το 60%.
Την ίδια περίοδο, το γάλα χαμηλών λιπαρών κατέγραψε αύξηση 38%, ενώ οι ποσότητες γιαουρτιού που αγοράζουν τα νοικοκυριά ενισχύθηκαν κατά 31%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στα αυγά, με τις αγοραζόμενες ποσότητες να παρουσιάζουν άνοδο 66,6%.
Αντίστοιχα, η ζάχαρη καταγράφει μείωση 53,5%, ενώ η κατηγορία που περιλαμβάνει το μέλι και τις μαρμελάδες εμφανίζει αύξηση 68,9%.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη στις αγορές έτοιμων γευμάτων, οι οποίες έχουν αυξηθεί σημαντικά μέσα σε μία δεκαετία.
Το 2015 οι ποσότητες έτοιμων γευμάτων αντιστοιχούσαν σε μόλις 0,24 κιλά ανά άτομο, ενώ το 2025 έφτασαν τα 3,34 κιλά ανά άτομο.
Η συγκεκριμένη αύξηση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές που καταγράφονται στις επιμέρους κατηγορίες τροφίμων της έρευνας.
Στα προϊόντα αρτοποιίας, οι αγορές ψωμιού και συναφών αρτοσκευασμάτων μειώθηκαν κατά 12,3%, ενώ αντίθετη πορεία ακολούθησαν τα δημητριακά, με αύξηση 32,3%, και τα ζυμαρικά, με άνοδο 10,3%.
Πέρα από τις μεταβολές στις ποσότητες, η μελέτη του ΙΕΛΚΑ παρουσιάζει και το συνολικό οικονομικό μέγεθος της αγοράς ειδών παντοπωλείου στην Ελλάδα.
Η ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου εκτιμάται σε περίπου 25,7 δισ. ευρώ, συνυπολογίζοντας τις αγορές από όλα τα διαθέσιμα σημεία πώλησης.
Από το συνολικό ποσό, περίπου 18,1 δισ. ευρώ κατευθύνονται στην αγορά τροφίμων, ενώ οι δαπάνες για μη αλκοολούχα ποτά υπολογίζονται σε 1 δισ. ευρώ και για αλκοολούχα ποτά σε 1,6 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, οι αγορές προϊόντων οικιακής φροντίδας ανέρχονται σε περίπου 1,7 δισ. ευρώ, ενώ τα είδη προσωπικής φροντίδας αντιστοιχούν σε δαπάνες 2,3 δισ. ευρώ.
Τα συγκεκριμένα μεγέθη αφορούν αποκλειστικά τις αγορές των μόνιμων κατοίκων της Ελλάδας και δεν περιλαμβάνουν την κατανάλωση των επισκεπτών από το εξωτερικό.
Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις που παρουσιάζονται, οι δαπάνες των ξένων επισκεπτών για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων υπερβαίνουν τα 1,5 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει αύξηση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης, με το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε κάτοικο να φτάνει το 2025 στα 9.216 ευρώ ετησίως, σημειώνοντας άνοδο 5,5% σε σχέση με το 2024.
Ειδικότερα, η ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου ανά άτομο διαμορφώθηκε στα 2.433 ευρώ, αυξημένη κατά 3,9% σε ετήσια βάση.
Την ίδια στιγμή, σημαντική επιβάρυνση καταγράφεται και στο κόστος στέγασης, καθώς οι σχετικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 8,3%, ενώ ειδικά τα ενοίκια παρουσίασαν άνοδο 14,4%.
Η συμμετοχή των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών στον οικογενειακό προϋπολογισμό διαμορφώθηκε στο 20,4% το 2025, έναντι 16,4% το 2008.
Αντίστοιχα, οι δαπάνες στέγασης απορροφούν πλέον το 14,7% των συνολικών καταναλωτικών δαπανών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό πριν από 17 χρόνια βρισκόταν στο 11,8%.






