Στον κρητικό αμπελώνα, ο Βάκχος αργοπεθαίνει
Για να επιβιώσει το κρητικό αμπέλι και ελαιόλαδο, μονόδρομος η ένταξη της Κρήτης σε ειδική κατηγορία στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική
Ημέρες τρύγου στην Κρητική γη. Εποχή συγκομιδής και πώλησης του νέκταρ, που σύμφωνα με τη μυθολογία, έθρεψε το Δία. Περίοδος ανταμοιβής για τους κόπους και τις αγωνίες των παραγωγών, οι οποίοι κάθε χρόνο περιμένουν αυτή την ώρα αγόγγυστα και καρτερικά.
Γνωρίζοντας ότι μία καλή σοδειά σβήνει κάθε πίκρα με την ταλαιπωρία να δίνει τη θέση της στη χαρά και τη δικαίωση. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τα αμπέλια μας είναι πλημμυρισμένα από χαρούμενους παραγωγούς και τις οικογένειές τους, να δρέπουν με ενθουσιασμό τους καρπούς των κόπων και θυσιών τους.
Κι όμως σε μία εποχή που ο αμπελώνας έχει παραδοσιακά την τιμητική του, αυτός ο ιερός τόπος σβήνει και μαραζώνει, με τον καρπό να σαπίζει αμάζευτος. Αυτήν την στιγμή ο αμπελώνας της Κρήτης έχει συρρικνωθεί σε βαθμό που πάει να εξαφανιστεί, με τον παραγωγό να βλέπει το βιος του να αργοπεθαίνει, σαν τον άρρωστο Βάκχο ….
Οι λόγοι; Πολλοί!
Η αμπελουργία του νησιού μας είναι αντιμέτωπη περισσότερο από ποτέ με ένα ιδιαίτερα πιεστικό μίγμα προβλημάτων. Αυξημένο κόστος παραγωγής. Αθέμιτος ανταγωνισμός με την ηπειρωτική Ελλάδα, την ευρωπαϊκή αλλά και τη διεθνή αγορά. Έλλειψη αναγνώρισης των νησιωτικών χαρακτηριστικών και των συνθηκών παραγωγής τους. Συρρίκνωση του κρητικού αμπελώνα. Περιορισμένη στήριξη των παραγωγών. Προτίμηση από τους εμπόρους και οινοποιούς φθηνότερων ποικιλιών εκτός Κρήτη. Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Απουσία επαρκών ελέγχων στην αγορά κρασιού.
Τα ίδια προβλήματα, βεβαίως έχει και το κρητικό ελαιόλαδο. Καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα τρίτων χωρών που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά αδασμολόγητα και με υποπολλαπλάσιο κόστος παραγωγής, όπως το τυνησιακό ελαιόλαδο.
Η διάχυση στην αγορά φθηνών και αμφιβόλου προέλευσης χύμα προϊόντων, σε συνδυασμό, με την έλλειψη καταγραφής των καλλιεργειών και ελέγχου των ποσοτήτων που παράγονται και διακινούνται στην Κρήτη επιδεινώνουν την κατάσταση της τοπικής πρωτογενούς παραγωγής.
Η νησιωτικότητα, η ορεινότητα, ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, το αυξημένο μεταφορικό κόστος και οι διαρκώς επιδεινούμενες κλιματικές συνθήκες δημιουργούν μία νέα πραγματικότητα για την Κρήτη, που απαιτεί και διαφορετικά εργαλεία στήριξης, καθώς και ένα πλέγμα προστασίας και ενισχύσεων, που μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσα από την πρόβλεψη μιας ειδικής νησιωτικής πολιτικής για το νησί μας, στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ.
Σε μία Ευρώπη των πατρίδων και της συνοχής, είναι λοιπόν μονόδρομος η αξίωση της προστασίας της ταυτότητας και της προέλευσης των κρητικών προϊόντων, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης της νέας ΚΑΠ. Είναι αυτονόητη η αλλαγή του παραγωγικού και θεσμικού πλαισίου, η προστασία των κρητικών προϊόντων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και η εξασφάλιση των βασικών προϋποθέσεων για τη συνέχιση της αγροτικής δραστηριότητας, ώστε ο κρητικός αμπελώνας και ελαιώνας να διατηρήσουν τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητά τους. Για την επισιτιστική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμή ανάπτυξη που προσήκει στον τόπο μας





