Ιράν: Παραμένουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ – Οι όροι της Τεχεράνης για το άνοιγμα
Το Ιράν ξεκαθαρίζει ότι δεν προτίθεται να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, εάν προηγουμένως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τηρήσουν τους όρους που είχαν συμφωνηθεί προσωρινά τον περασμένο Ιούνιο.
Ο επικεφαλής Ιρανός διαπραγματευτής Μοχαμάντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ, μιλώντας στο κοινοβούλιο, ανέφερε ότι η Τεχεράνη συνδέει την επαναλειτουργία της κρίσιμης θαλάσσιας οδού με συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την Ουάσινγκτον.
Στις απαιτήσεις του Ιράν περιλαμβάνονται η άρση των περιορισμών στα ιρανικά λιμάνια, η κατάργηση των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα, η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων που παραμένουν παγωμένα, αλλά και ο τερματισμός των στρατιωτικών απειλών και επιχειρήσεων εναντίον της χώρας.
Το ναυτικό πέρασμα που βρίσκεται στο επίκεντρο
Η προσωρινή συμφωνία είχε επιτευχθεί στις 17 Ιουνίου, όμως δεν κράτησε για μεγάλο διάστημα, καθώς οι δύο πλευρές διαφώνησαν σχετικά με το καθεστώς και τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος θεωρείται κομβικής σημασίας για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, καθώς πριν από την έναρξη του πολέμου από εκεί περνούσε περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει στις αρχές Ιουλίου ότι η συμφωνία είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, ενώ λίγες ημέρες αργότερα η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι η διαδικασία είχε «παγώσει».
Χωρίς οριστική λύση οι συνομιλίες
Το αρχικό πλαίσιο προέβλεπε ότι Ιράν και ΗΠΑ θα επιχειρούσαν μέσα σε διάστημα έως 60 ημερών να καταλήξουν σε μόνιμη συμφωνία, με δυνατότητα παράτασης εφόσον υπήρχε κοινή συμφωνία.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα βρίσκονταν και ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει επιτευχθεί οριστική διευθέτηση.
Την ίδια ώρα, Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι η αποτυχία των διπλωματικών προσπαθειών οδηγεί την Τεχεράνη σε «πλήρως επιθετική» στάση, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την ένταση στην περιοχή.
Η εξέλιξη γύρω από τα Στενά του Ορμούζ προκαλεί νέα ανησυχία στις διεθνείς αγορές, καθώς οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.






