Νέο «καμπανάκι» Eurostat για την ακρίβεια: Εκτινάχθηκαν κατά 5,8% οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα – Έρχονται νέες ανατιμήσεις στο ράφι
Νέες πιέσεις στην αγορά και αυξημένο κίνδυνο για πρόσθετες ανατιμήσεις στα ράφια δείχνουν τα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού στη βιομηχανία, οι οποίες στην Ελλάδα κατέγραψαν ετήσια άνοδο 5,8% τον Ιούνιο του 2026.
Η αύξηση αφορά τις τιμές με τις οποίες οι βιομηχανίες διαθέτουν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά, πριν προστεθούν τα έξοδα μεταφοράς και διανομής, τα εμπορικά περιθώρια και οι φόροι που καθορίζουν την τελική τιμή για τον καταναλωτή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η άνοδος στην Ελλάδα ήταν υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου ο δείκτης αυξήθηκε κατά 4,6%, αλλά και από το 4,7% που καταγράφηκε συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ελληνική αγορά παρουσίασε μικρότερη αύξηση από την Ισπανία, όπου οι τιμές παραγωγού ενισχύθηκαν κατά 7%, αλλά κινήθηκε αισθητά υψηλότερα από τη Γερμανία, η οποία κατέγραψε άνοδο μόλις 1,9%.
Πώς οι αυξήσεις περνούν στο ράφι
Ο δείκτης τιμών παραγωγού καταγράφει το κόστος με το οποίο προμηθεύονται προϊόντα οι χονδρέμποροι, οι αλυσίδες λιανικής και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις πριν αυτά φτάσουν στα καταστήματα.
Η επιβάρυνση δεν μεταφέρεται πάντοτε άμεσα και στο σύνολό της στους καταναλωτές. Η τελική επίδραση εξαρτάται από τα διαθέσιμα αποθέματα, τις συμφωνίες μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων, αλλά και από το περιθώριο που έχουν οι επιχειρήσεις να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων.
Ωστόσο, όταν οι ανατιμήσεις διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πιέσεις εμφανίζονται συνήθως στους νέους τιμοκαταλόγους, μόλις λήξουν οι παλαιότερες συμφωνίες ή εξαντληθούν τα προϊόντα που είχαν αγοραστεί με χαμηλότερο κόστος.
Τρόφιμα και καθημερινά προϊόντα στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση κατά 1,5% στις τιμές παραγωγού των μη διαρκών καταναλωτικών αγαθών.
Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει προϊόντα που αγοράζονται συχνά από τα νοικοκυριά, όπως τρόφιμα, ποτά, είδη προσωπικής φροντίδας και άλλα προϊόντα καθημερινής χρήσης.
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι αντίθετη από εκείνη της Ευρωζώνης, όπου οι αντίστοιχες τιμές υποχώρησαν κατά 0,6% σε ετήσια βάση.
Αυτό σημαίνει ότι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρωζώνη καταγράφεται αποκλιμάκωση σε μία κατηγορία που συνδέεται άμεσα με το λιανεμπόριο, στην ελληνική αγορά οι πιέσεις εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά.
Στη βιομηχανία τροφίμων, ειδικότερα, οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν κατά 2%, δημιουργώντας ενδείξεις για νέες αναπροσαρμογές στους τιμοκαταλόγους της λιανικής τους επόμενους μήνες.
Άλμα 9,7% στην ενέργεια
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αυξήσεις στον ενεργειακό τομέα.
Οι τιμές παραγωγού της ενέργειας στην Ελλάδα ενισχύθηκαν κατά 9,7%, έναντι αύξησης 8,8% στην Ευρωζώνη.
Στα προϊόντα διύλισης πετρελαίου η άνοδος έφτασε το 32,4%, εξέλιξη που δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές των καυσίμων.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται και στα έξοδα μεταφοράς, στη λειτουργία των αποθηκών, στην ψύξη, στη διανομή και συνολικά στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Κατά συνέπεια, η επιβάρυνση μπορεί να περάσει σε μεγάλο εύρος προϊόντων και υπηρεσιών.
Ακριβότερες πρώτες ύλες και εξοπλισμός
Οι τιμές των ενδιάμεσων αγαθών αυξήθηκαν κατά 3,7%.
Πρόκειται για πρώτες ύλες, υλικά και εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων προϊόντων, γεγονός που επιτρέπει στις αυξήσεις να μεταφέρονται σε διαδοχικά στάδια της βιομηχανικής και εμπορικής αλυσίδας.
Στα διαρκή καταναλωτικά αγαθά η άνοδος διαμορφώθηκε στο 2,1%.
Ιδιαίτερα υψηλή ήταν η αύξηση στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, όπου οι τιμές παραγωγού ενισχύθηκαν κατά 14,8%.
Παράλληλα, στα βασικά μέταλλα καταγράφηκε αύξηση 4%, στα μη μεταλλικά ορυκτά προϊόντα 4,2% και στα μεταλλικά προϊόντα 2,5%.
Οι συγκεκριμένες μεταβολές επηρεάζουν το κόστος ηλεκτρικών συσκευών, εξοπλισμού κατοικιών, επισκευών, κατασκευών και τεχνικών προϊόντων.
Μηνιαία υποχώρηση 1,3%
Παρά τη σημαντική ετήσια αύξηση, σε σύγκριση με τον Μάιο οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα υποχώρησαν τον Ιούνιο κατά 1,3%.
Η μηνιαία πτώση ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της Ευρωζώνης, όπου καταγράφηκε μείωση 0,3%, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η υποχώρηση περιορίστηκε στο 0,2%.
Η Ελλάδα παρουσίασε μία από τις μεγαλύτερες μηνιαίες μειώσεις μεταξύ των κρατών-μελών, μαζί με τη Βουλγαρία, πίσω από τη Λιθουανία και την Ιρλανδία.
Η μηνιαία αποκλιμάκωση προσφέρει μία περιορισμένη θετική ένδειξη, ωστόσο το υψηλό ετήσιο ποσοστό και οι έντονες αυξήσεις σε ενέργεια, τρόφιμα και βιομηχανικά υλικά διατηρούν τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων τους επόμενους μήνες.
Με πληροφορίες από το newsit.gr






