Κραυγή αγωνίας από το ΠΑΓΝΗ: Κενές πάνω από τις μισές θέσεις τραυματιοφορέων – Κίνδυνος για τους ασθενείς
Την έντονη ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη υποστελέχωση στους τραυματιοφορείς του ΠΑΓΝΗ εκφράζει με ανακοίνωσή του το Σωματείο Εργαζομένων του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, επισημαίνοντας ότι περισσότερες από τις μισές οργανικές θέσεις παραμένουν κενές, με συνέπεια την εντατικοποίηση της εργασίας και επιπτώσεις τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους ασθενείς.
Σύμφωνα με το Σωματείο, από τις 85 οργανικές θέσεις τραυματιοφορέων οι 48 παραμένουν κενές, με αποτέλεσμα ένας εργαζόμενος να καλύπτει ταυτόχρονα πολλές κλινικές, κυρίως κατά τις απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες. Παράλληλα, εκτός από τη μεταφορά ασθενών, οι τραυματιοφορείς αναλαμβάνουν και τη μεταφορά βιολογικών δειγμάτων προς τα εργαστήρια, λόγω της μη λειτουργίας του συστήματος μεταφοράς υλικών (οβίδες) και της έλλειψης βοηθών θαλάμου.
Όπως επισημαίνεται, η υποστελέχωση έχει οδηγήσει στη συσσώρευση οφειλόμενων ρεπό και αδειών, περιορίζοντας τον χρόνο ανάπαυσης των εργαζομένων, ενώ ο αυξημένος φόρτος εργασίας προκαλεί σημαντική σωματική καταπόνηση. Παράλληλα, το Σωματείο υπογραμμίζει ότι οι τραυματιοφορείς εξακολουθούν να μην έχουν ενταχθεί στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ).
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο καθεστώς εργασίας των συμβασιούχων, οι οποίοι αποτελούν περίπου το μισό προσωπικό της υπηρεσίας. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, επικουρικοί εργαζόμενοι, προσωπικό μέσω ΟΑΕΔ και συμβάσεων ΣΟΧ βρίσκονται διαρκώς σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας, ενώ καταγγέλλεται ότι όσοι εργάζονται μέσω προγραμμάτων ανέργων καλούνται να εργαστούν ακόμη και στα μεσοδιαστήματα των συμβάσεών τους χωρίς αμοιβή, καθώς και πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου.
Το Σωματείο αναφέρεται ακόμη στα προβλήματα του εξοπλισμού, σημειώνοντας ότι πολλά φορεία και τροχήλατες καρέκλες είναι παλαιά και φθαρμένα. Επιπλέον, επισημαίνει ότι δεν λειτουργούν οι βομβητές του προσωπικού, με αποτέλεσμα οι τραυματιοφορείς και οι γιατροί να χρησιμοποιούν τα προσωπικά τους κινητά τηλέφωνα, τα οποία όμως, όπως αναφέρεται, σε αρκετά σημεία του νοσοκομείου –ιδιαίτερα στο υπόγειο– δεν έχουν σήμα.
Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, οι ελλείψεις προσωπικού επηρεάζουν άμεσα και την εξυπηρέτηση των ασθενών, καθώς προκαλούνται καθυστερήσεις στις μεταφορές για απεικονιστικές εξετάσεις, γεγονός που μπορεί να μεταθέσει τη διάγνωση και την έναρξη της θεραπείας. Αντίστοιχα, αναφέρεται ότι οι καθυστερήσεις στη διακίνηση επειγόντων περιστατικών στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) αυξάνουν τον χρόνο αναμονής και ενδέχεται να δημιουργήσουν κινδύνους για την υγεία των ασθενών.
Το Σωματείο Εργαζομένων υποστηρίζει ότι, παρά τη σημασία του έργου των τραυματιοφορέων στις δημόσιες δομές υγείας, οι ελλείψεις διατηρούνται επί σειρά ετών, ζητώντας την άμεση λήψη μέτρων.
Μεταξύ των βασικών αιτημάτων που διατυπώνει είναι οι άμεσες προσλήψεις μόνιμων τραυματιοφορέων για την κάλυψη όλων των κενών οργανικών θέσεων, η μονιμοποίηση των συμβασιούχων, η ένταξη των τραυματιοφορέων στα ΒΑΕ, η επαναλειτουργία του συστήματος ασφαλούς μεταφοράς δειγμάτων και των βομβητών του προσωπικού, καθώς και η χορήγηση των οφειλόμενων ρεπό, αδειών και τριών εβδομάδων θερινής ανάπαυσης στους εργαζομένους.






