ΕΛΣΤΑΤ: Στα ύψη οι ιδιωτικές δαπάνες Υγείας – Οι Έλληνες πληρώνουν 6,8 δισ. ευρώ από την τσέπη τους
Η «ακτινογραφία» του τομέα της Υγείας στην Ελλάδα όπως αποτυπώνεται σε δύο πρόσφατες εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δίνει χρήσιμα στοιχεία, μεταξύ άλλων, για την υγεία των πολιτών, τις ελλείψεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) σε νοσηλευτές αλλά και τις ιδιωτικές δαπάνες που έχουν τα νοικοκυριά και οι οποίες είναι διαρκώς αυξανόμενες.
Σύμφωνα με την έκθεση «Ελλάς με Αριθμούς: Ιανουάριος – Μάρτιος 2026» και την «Απογραφή Θεραπευτηρίων» της ΕΛΣΤΑΤ, τα χρόνια προβλήματα υγείας εξακολουθούν να επηρεάζουν περίπου το 24% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν έναν στους τέσσερις πολίτες.
Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό αντιμετωπίζει περιορισμούς στην καθημερινή ζωή: περίπου 9% δηλώνει πολύ σοβαρούς περιορισμούς, ενώ έως και 13% αναφέρει σημαντικούς περιορισμούς τα προηγούμενα χρόνια.
Τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν στασιμότητα στην ανάπτυξη δημόσιων δομών υγείας. Συγκεκριμένα, οι νοσοκομειακές κλίνες παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες (422,6 ανά 100.000 κατοίκους το 2020 έναντι 423,5 το 2024), ενώ φαινόμενα όπως οι επικουρικές κλίνες (ράντζα) συνεχίζουν να επιβαρύνουν μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, όπως το «Αττικόν». Η αύξηση στα Κέντρα Υγείας είναι επίσης οριακή (από 2,9 σε 3,0), χωρίς ουσιαστική ενίσχυση.
Συνολικά στη χώρα μας λειτουργούν 266 θεραπευτήρια όμως το 53% είναι ιδιωτικά και το 33,5% των μονάδων υγείας είναι στην Αττική. Παράλληλα, από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει μετατόπιση σε πιο «γρήγορες» μορφές φροντίδας: Οι κλίνες κλειστής νοσηλείας παρουσιάζουν μείωση κατά 1,7% τα έτη 2021-2024, ενώ αντίθετα οι κλίνες ημερήσιας νοσηλείας αύξηση κατά 13%.
Γιατροί και νοσηλευτές
Η έκθεση που αφορά στα αριθμητικά δεδομένα του τομέα της Υγείας αναδεικνύει και ένα ακόμη παράδοξο που αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό. Η Ελλάδα εμφανίζει υψηλή αναλογία γιατρών, η οποία φτάνει τους 6,7 ανά 1.000 κατοίκους το 2024. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει όλους τους εγγεγραμμένους γιατρούς, συμπεριλαμβανομένων όσων εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα και των οδοντιάτρων. Επομένως, δε σημαίνει απαραίτητα ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με γιατρούς.
Το νοσηλευτικό προσωπικό παραμένει στάσιμο τα έτη 2021-2024 (οριακή αύξηση κατά 0,2%). Μάλιστα, οι περισσότεροι νοσηλευτές εργάζονται στο δημόσιο σύστημα (77%), όμως η αναλογία νοσηλευτών είναι μεγαλύτερη στα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Δηλαδή, τα ιδιωτικά θεραπευτήρια έχουν τους νοσηλευτές που χρειάζονται αριθμητικά, σε αντίθεση με το ΕΣΥ που παρουσιάζει ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό.
Σε «τροχιά» ανόδου οι ιδιωτικές δαπάνες
Η πιο πρόσφατη αποτύπωση του τομέα Υγείας αποκαλύπτει μια δύσκολη πραγματικότητα: η επιδιωκόμενη ανάκαμψη και στήριξη του κλάδου βασίζεται όλο και περισσότερο στις οικονομικές δυνατότητες των ίδιων των πολιτών.
Παρότι σε απόλυτα μεγέθη οι συνολικοί πόροι για την υγεία αυξάνονται (από 15,7 δισ. ευρώ το 2020 σε περίπου 19,9 δισ. ευρώ το 2024), η ανάγνωση των στοιχείων της περιόδου 2020-2024 φανερώνει μια ουσιαστική ανισορροπία.
Η άνοδος αυτή δεν συνοδεύεται από ενίσχυση του δημόσιου συστήματος. Αντίθετα, η ιδιωτική χρηματοδότηση αυξάνεται από 5,9 δισ. σε 7,7 δισ. ευρώ, με το μερίδιό της να φτάνει σχεδόν το 39%.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία είναι οι άμεσες δαπάνες υγείας από τα νοικοκυριά. Οι ιδιωτικές πληρωμές αυξήθηκαν από 5,25 δισ. ευρώ το 2020 σε 6,8 δισ. ευρώ το 2024. Η εξέλιξη αυτή αντιστοιχεί σε συμμετοχή περίπου 34,2% στη συνολική χρηματοδότηση, κατατάσσοντας την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με υψηλή ιδιωτική δαπάνη στην Ευρώπη.
«Ακτινογραφία» της υγείας στην Ελλάδα
- 24% των πολιτών έχει χρόνια προβλήματα υγείας
- 9% των πολιτών δηλώνει πολύ σοβαρούς περιορισμούς
- 266 θεραπευτήρια λειτουργούν στη χώρα μας
- 53% των θεραπευτηρίων είναι ιδιωτικά
- 77% του νοσηλευτικού προσωπικού δουλεύει στο δημόσιο σύστημα
- 34,2% είναι η ιδιωτική συμμετοχή των πολιτών στις δαπάνες υγείας τους.







