Όλγα Κεφαλογιάννη: Η κυβέρνηση διαχωρίζει τη διάταξη από την προσωπική της επιλογή – «Δεν μπήκε εν κρυπτώ»
Σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στη νομοθετική ρύθμιση και την προσωπική επιλογή αξιοποίησής της από την Όλγα Κεφαλογιάννη επιχειρεί η κυβέρνηση, μετά τις έντονες αντιδράσεις που προκλήθηκαν το τελευταίο διάστημα.
Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η χρήση της διάταξης από την υπουργό Τουρισμού αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα, το οποίο θα κριθεί αποκλειστικά από τη Δικαιοσύνη, ενώ απορρίπτουν κατηγορηματικά κάθε υπόνοια περί φωτογραφικής ρύθμισης.
Όπως διαβεβαιώνουν, ούτε ο Γιώργος Φλωρίδης ούτε το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιχείρησαν να θεσπίσουν διάταξη προσαρμοσμένη στις ανάγκες ενός συγκεκριμένου προσώπου. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ρύθμιση γενικής εφαρμογής, η οποία αφορά το σύνολο των πολιτών και καλύπτει ένα θεσμικό κενό που, κατά την κυβερνητική εκτίμηση, έπρεπε να έχει αντιμετωπιστεί εδώ και χρόνια.
Οι ίδιες πηγές παραπέμπουν για αναλυτικότερη ενημέρωση στη δημόσια τοποθέτηση της κυρίας Κεφαλογιάννη και επισημαίνουν ότι η προσπάθεια προσωποποίησης της διάταξης «αδικεί τη ρύθμιση», η οποία –όπως λένε– ενισχύει τα δικαιώματα των πολιτών. Υπενθυμίζουν, μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν εισήχθη αιφνιδιαστικά, αλλά περιλαμβανόταν εξαρχής στο νομοσχέδιο, μαζί με περισσότερες από 35 διατάξεις από διαφορετικά υπουργεία.
Σύμφωνα με την κυβερνητική γραμμή, το νομοσχέδιο δόθηκε εγκαίρως στα κόμματα, συζητήθηκε σε τέσσερις συνεδριάσεις της αρμόδιας Επιτροπής και στη συνέχεια εξετάστηκε επί δύο ημέρες στην Ολομέλεια της Βουλής. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, όπως υποστηρίζουν, δεν διατυπώθηκαν ενστάσεις ή ουσιαστική κριτική ειδικά για τη συγκεκριμένη διάταξη.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διαδικασία ψήφισης. Με αίτημα της Νέας Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε ονομαστική ψηφοφορία, κατά την οποία η διάταξη εγκρίθηκε από 180 βουλευτές. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νίκη και η Ελληνική Λύση του Κυριάκος Βελόπουλος δήλωσαν «παρών», γεγονός που –κατά το Μέγαρο Μαξίμου– δεν συνιστά αρνητική ψήφο. Όπως επισημαίνεται, υπέρ της ρύθμισης ψήφισαν η Ν.Δ., το ΚΚΕ και τρεις ανεξάρτητοι βουλευτές, διαμορφώνοντας πλειοψηφία τριών πέμπτων της Βουλής, ενώ με την ανοχή περισσότερων από 200 βουλευτών η διάταξη έτυχε ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής.
Η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η ρύθμιση δεν ενσωματώθηκε ως τροπολογία της τελευταίας στιγμής, αλλά αποτέλεσε διακριτό κεφάλαιο του νομοσχεδίου, στο οποίο είχαν ενσωματωθεί συνολικά διατάξεις από 12 υπουργεία, μεταξύ των οποίων και οκτώ από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Όπως εξηγούν αρμόδιες πηγές, αυτή η πρακτική αποτελεί πάγια κοινοβουλευτική διαδικασία όταν καταρτίζονται σύνθετα νομοσχέδια, όπως εκείνα του Υπουργείου Οικονομικών.
Σε ό,τι αφορά τη νομική ουσία, το Μέγαρο Μαξίμου επισημαίνει ότι η διάταξη εξομοιώνει τη συνεπιμέλεια με άλλες δικαστικές υποθέσεις, όπου προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Το δικαίωμα αυτό, όπως αναφέρεται, δεν ίσχυε μέχρι σήμερα για τις συγκεκριμένες υποθέσεις, γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με όσα εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες σε άλλους τομείς του Δικαίου.
Τη θέση αυτή επανέλαβε δημόσια και ο υπουργός Δικαιοσύνης, διευκρινίζοντας ότι ο δικαστής παραμένει κυρίαρχος στην κρίση του και δεσμεύεται αποκλειστικά από το συμφέρον του παιδιού, όταν εξετάζει αίτημα αναστολής. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος τόνισε ότι η ενδεχόμενη αξιοποίηση της διάταξης από την κυρία Κεφαλογιάννη γίνεται με την ιδιότητά της ως διαδίκου και όχι ως υπουργού, και θα αξιολογηθεί αποκλειστικά από το δικαστήριο.
Κλείνοντας, κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι δεν μεταβλήθηκαν τα ουσιαστικά κριτήρια του Δικαίου, αλλά προστέθηκε μία επιπλέον δυνατότητα αίτησης για όσους ασκούν έφεση, χωρίς καμία εξαίρεση ή προνομιακή μεταχείριση. Για την κυβέρνηση, η υπόθεση αποτελεί παράδειγμα θεσμικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε με διαφάνεια, παρά τον πολιτικό θόρυβο που προκλήθηκε εκ των υστέρων.







