Κρήτη: Τι σημαίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο για τις έρευνες της Chevron νότια του νησιού
Η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου επαναφέρει τα ερωτήματα για τις ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης. Τι εξηγούν οι ειδικοί για τις ελληνικές άδειες, τις λιβυκές αξιώσεις και τα περιθώρια αντίδρασης της Αθήνας
Νέα δεδομένα στην πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης δημιουργεί η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα δύο οικόπεδα που έχουν παραχωρηθεί για έρευνες στη Chevron, με το βασικό ερώτημα να αφορά όχι την αυτοδίκαιη ακύρωση των ελληνικών αδειών, αλλά το κατά πόσο οι λιβυκές διεκδικήσεις και η τουρκική επιρροή μπορούν να επηρεάσουν την υλοποίηση της επένδυσης.
Μιλώντας στο skai.gr, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός Ενέργειας Γιάννης Μανιάτης εκτιμά ότι η Άγκυρα δύσκολα θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει εργασίες μεγάλης αμερικανικής εταιρείας. Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών δρ Σίσσυ Αλιγιζάκη εξηγεί γιατί η κύρωση της συμφωνίας δεν δεσμεύει την Ελλάδα, αναλύοντας παράλληλα τις δυνατότητες αντίδρασης της Αθήνας.

Μανιάτης: Δύσκολη μια ευθεία τουρκική παρέμβαση στις εργασίες της Chevron
Ο Γιάννης Μανιάτης θεωρεί περιορισμένη την πιθανότητα η Τουρκία να επιχειρήσει να αμφισβητήσει επί του πεδίου δραστηριότητες που πραγματοποιούνται από τη Chevron.
Αναγνωρίζει ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν ασφαλείς μακροπρόθεσμες προβλέψεις, επικαλείται όμως όσα έχουν προηγηθεί στην κυπριακή ΑΟΖ.
«Αυτή δείχνει πως η Άγκυρα πιθανότατα δεν θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει στο πεδίο εργασίες που έχουν αναλάβει μεγάλες αμερικανικές εταιρείες», αναφέρει.
Κατά τον πρώην υπουργό, μεγαλύτερη σημασία για την εξέλιξη των επενδύσεων έχει η συνέπεια της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής.
Ασκώντας κριτική στις κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας, υποστηρίζει ότι η αναποτελεσματικότητα στον συγκεκριμένο τομέα συνέβαλε στην αποχώρηση σημαντικών επενδυτών, όπως η Repsol και η Total.
Τα σεισμικά δεδομένα του 2012 και το ενδιαφέρον της Chevron
Ο κ. Μανιάτης υπενθυμίζει ότι οι ελληνικές θαλάσσιες περιοχές διαθέτουν ήδη σημαντικό όγκο σεισμικών δεδομένων από τις έρευνες που ξεκίνησαν το 2012.
Όπως υποστηρίζει, η αξιολόγηση αυτών των στοιχείων συνέβαλε στην εκδήλωση ενδιαφέροντος από την αμερικανική εταιρεία.
«Στην περιοχή υπάρχουν εκτεταμένα σεισμικά δεδομένα που συλλέξαμε ήδη από το 2012, την τεράστια αξία των οποίων αποδεικνύει το γεγονός ότι η Chevron, αφού τα μελέτησε, από μόνη της ζήτησε το 2025 να της παραχωρηθούν οικόπεδα στις θαλάσσιες περιοχές», σημειώνει.
Προσθέτει ότι η Ελλάδα διαθέτει το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο και εμπειρία από μεγάλους διαγωνισμούς και παραχωρήσεις ήδη από το 2014.
Συνδέει επίσης το αυξημένο ενδιαφέρον για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες με τις διεθνείς αναταράξεις, οι οποίες επηρεάζουν τόσο τις τιμές της ενέργειας όσο και την ασφάλεια των διαδρομών μεταφοράς της.
Κατά την εκτίμησή του, τα πιθανά ελληνικά κοιτάσματα αποκτούν πρόσθετη σημασία λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της δυνατότητας αξιοποίησής τους χωρίς τη διέλευση από εμπόλεμες περιοχές.
Αναφερόμενος στην ευκαιρία που θεωρεί ότι έχει η σημερινή κυβέρνηση, δηλώνει χαρακτηριστικά ότι «πρέπει απλά να σκοράρει σε κενό τέρμα».
Αλιγιζάκη: Η κύρωση δεν αφαιρεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα
Η δρ Σίσσυ Αλιγιζάκη, καθηγήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και ερευνήτρια διεθνών σχέσεων και ενεργειακών δικτύων, διευκρινίζει ότι η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν δημιουργεί υποχρεώσεις για την Ελλάδα.
Όπως εξηγεί, τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας υπάρχουν αυτοδικαίως και εξαρχής, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ερευνητικών δραστηριοτήτων ή την αναγνώρισή τους από άλλο κράτος.
Τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την έρευνα και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους, σύμφωνα με το άρθρο 77 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η ίδια διαχωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα από την πλήρη κυριαρχία που ασκείται στα χωρικά ύδατα.
Η Κρήτη δικαιούται υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ
Σύμφωνα με την καθηγήτρια, η Κρήτη διαθέτει δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, όπως προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο για τα νησιά.
Επικαλείται το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά τις ίδιες κατηγορίες θαλάσσιων ζωνών με τις ηπειρωτικές ακτές, με την ειδική εξαίρεση που προβλέπεται για ορισμένους βράχους.
Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ύπαρξη δικαιώματος σε μια θαλάσσια ζώνη δεν ταυτίζεται με την ακριβή οριοθέτησή της μεταξύ γειτονικών κρατών.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται και στη διεθνή νομολογία, μεταξύ άλλων στην απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για την υπόθεση Νικαράγουας κατά Κολομβίας το 2012.
Πού βρίσκονται τα δύο οικόπεδα της Chevron
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η δρ Αλιγιζάκη στη γεωγραφική θέση των θαλάσσιων περιοχών που αφορούν τη Chevron.
Όπως εξηγεί, τα δύο οικόπεδα βρίσκονται δυτικά του τμήματος οριοθέτησης που περιλαμβάνεται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Επομένως, σύμφωνα με την ανάλυσή της, η συγκεκριμένη γραμμή του μνημονίου δεν διασταυρώνεται με τα οικόπεδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν λιβυκές διεκδικήσεις.
Η καθηγήτρια παραπέμπει σε έγγραφο που διαβίβασε η Λιβύη στον ΟΗΕ το 2025, με το οποίο η λιβυκή πλευρά υποστήριξε ότι περισσότερο από το 85% της έκτασης των δύο οικοπέδων βρίσκεται νοτίως της γραμμής που η ίδια θεωρεί όριο με την Ελλάδα.
Διευκρινίζει ότι πρόκειται για μονομερή λιβυκό ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνιστά διεθνή αναγνώριση λιβυκής δικαιοδοσίας.
«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν ακυρώνει τις ελληνικές άδειες ερευνών. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί πολιτικά για να ενισχύσει την αμφισβήτηση και να αυξήσει την αβεβαιότητα για τις εταιρείες», επισημαίνει.
Γιατί η Ελλάδα δεν δεσμεύεται από το μνημόνιο
Η δρ Αλιγιζάκη επικαλείται το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, σύμφωνα με το οποίο μια διεθνής συμφωνία δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του.
Συνεπώς, η κύρωση του μνημονίου μπορεί να επηρεάσει τις εσωτερικές διαδικασίες της Λιβύης και τις σχέσεις της με την Τουρκία, όχι όμως να καταστήσει την Ελλάδα συμβαλλόμενο μέρος.
Η καθηγήτρια αναγνωρίζει ότι η λιβυκή έγκριση ενδέχεται να ενισχύσει την πολιτική και διοικητική υποστήριξη της συμφωνίας, χωρίς να μεταβάλει τη νομική θέση της Ελλάδας.
Το άρθρο που μπορεί να ενισχύσει την τουρκική επιρροή στη Λιβύη
Ένα ιδιαίτερο σημείο της συμφωνίας του 2019 είναι το άρθρο IV, παράγραφος 3, το οποίο προβλέπει αμοιβαία ενημέρωση και διαβούλευση Τουρκίας και Λιβύης πριν από τη σύναψη συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ με άλλο κράτος.
Κατά την ερμηνεία της δρος Αλιγιζάκη, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θα μπορούσε να προσφέρει στην Άγκυρα περιθώρια επιρροής σε μελλοντικές λιβυκές διαπραγματεύσεις.
Δεν της δίνει, ωστόσο, δικαίωμα βέτο ούτε επιβάλλει τη συμμετοχή της σε πιθανές συνομιλίες Ελλάδας και Λιβύης.
«Η διαβούλευση δεν ταυτίζεται με υποχρέωση λήψης συναίνεσης», διευκρινίζει.
Επιπλέον, η διάταξη αφορά συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ και όχι την έγκριση ελληνικών αδειών έρευνας.
Άλλο οι λιβυκές διεκδικήσεις και άλλο η ακύρωση μιας άδειας
Η καθηγήτρια διακρίνει τρεις διαφορετικές καταστάσεις: την προβολή μιας κρατικής αμφισβήτησης, την ύπαρξη επικαλυπτόμενων διεκδικήσεων και τη δημιουργία πραγματικού νομικού κωλύματος.
Μια διπλωματική διαμαρτυρία δεν αρκεί από μόνη της για να ακυρώσει άδεια που έχει εκδώσει η Ελλάδα.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη ανταγωνιστικών αξιώσεων δεν σημαίνει ότι αυτές διαθέτουν την ίδια νομική βάση.
Για την αξιολόγησή τους απαιτείται εξέταση των ακτών, των συντεταγμένων και των εφαρμοστέων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.
Η ελληνική άδεια καθορίζει τις περιοχές στις οποίες επιτρέπεται να δραστηριοποιηθεί μια εταιρεία σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη, χωρίς να αποτελεί από μόνη της διεθνή συμφωνία οριοθέτησης.
Γιατί διαφέρουν οι σεισμικές έρευνες από τις γεωτρήσεις
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά το είδος των δραστηριοτήτων που σχεδιάζονται.
Η δρ Αλιγιζάκη εξηγεί ότι οι σεισμικές έρευνες δεν αντιμετωπίζονται αυτομάτως με τον ίδιο τρόπο όπως μια διερευνητική γεώτρηση, η οποία συνεπάγεται φυσική επέμβαση στον βυθό.
Ως παράδειγμα επικαλείται τη διαιτητική απόφαση Γουιάνας – Σουρινάμ του 2007, όπου εξετάστηκαν διαφορετικά οι δύο δραστηριότητες, ενώ κρίθηκε παράνομη η απειλή στρατιωτικής βίας για την απομάκρυνση εξέδρας.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια, η επίκληση θαλάσσιας διεκδίκησης δεν νομιμοποιεί τη χρήση στρατιωτικού εξαναγκασμού.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει προσπάθειες προσωρινής πρακτικής διευθέτησης όσο εκκρεμεί μια οριοθέτηση, χωρίς αυτό να συνεπάγεται γενική απαγόρευση ερευνών ή υποχρεωτική συνεκμετάλλευση.
Υπενθυμίζει ότι η Λιβύη έχει υπογράψει αλλά δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, γεγονός που απαιτεί προσεκτική εξέταση των κανόνων που τη δεσμεύουν, ιδιαίτερα όσων αποτελούν εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Πώς μπορεί να αντιδράσει η Ελλάδα σε ενδεχόμενη παρεμπόδιση
Η δρ Αλιγιζάκη περιγράφει μια σειρά πιθανών ενεργειών, ανάλογα με τη μορφή που θα λάβει οποιαδήποτε λιβυκή παρέμβαση.
1. Επίσημη διπλωματική αντίδραση
Η Ελλάδα, σύμφωνα με την καθηγήτρια, θα πρέπει να απορρίπτει άμεσα πράξεις που θεωρεί ότι θίγουν τα δικαιώματά της, συνοδεύοντας τις ενστάσεις της με συγκεκριμένες συντεταγμένες και νομική τεκμηρίωση.
Η ενημέρωση θα πρέπει να απευθύνεται και σε εταιρείες που ενδέχεται να λάβουν ανταγωνιστικές λιβυκές άδειες, καθώς και στα κράτη όπου εδρεύουν.
2. Εξέταση στοχευμένων ευρωπαϊκών κυρώσεων
Η ίδια προτείνει να διερευνηθεί η δημιουργία ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου μέτρων για πρόσωπα ή εταιρείες που αποδεδειγμένα συμμετέχουν σε παράνομες δραστηριότητες ή παρεμποδίζουν την άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στα ενδεχόμενα μέτρα περιλαμβάνει δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, απαγορεύσεις διάθεσης κεφαλαίων και περιορισμούς εισόδου φυσικών προσώπων.
Επισημαίνει ότι περιορισμοί σε χρηματοδότηση, ασφάλιση ή τεχνική υποστήριξη θα απαιτούσαν ειδική ευρωπαϊκή ρύθμιση.
Ως προηγούμενο αναφέρει το ευρωπαϊκό πλαίσιο του 2019 για τις μη αδειοδοτημένες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, διευκρινίζοντας ότι δεν εφαρμόζεται αυτομάτως στην ελληνική περίπτωση.
Η θέσπιση νέων κυρώσεων προϋποθέτει τις προβλεπόμενες ευρωπαϊκές διαδικασίες, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και, κατά κανόνα, ομοφωνία στην αρχική απόφαση εξωτερικής πολιτικής.
3. Αξιοποίηση των οικονομικών σχέσεων ΕΕ – Λιβύης
Η καθηγήτρια αναφέρεται στη σημασία της ευρωπαϊκής αγοράς για τη λιβυκή οικονομία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρόφησε περίπου το 78% των λιβυκών εξαγωγών αγαθών, ενώ οι ευρωπαϊκές εισαγωγές λιβυκού πετρελαίου και πετρελαιοειδών πλησίασαν τα 19,7 δισ. ευρώ.
Προτείνει να εξεταστεί η δυνατότητα σύνδεσης συγκεκριμένων μορφών μελλοντικής, μη ανθρωπιστικής χρηματοδότησης με όρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.
Διευκρινίζει ότι μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε αρμόδια ευρωπαϊκή απόφαση και δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί μονομερώς από την Ελλάδα.
4. Διεθνής ευθύνη και ενδεχόμενες αποζημιώσεις
Σε περίπτωση παράνομης ενέργειας που αποδίδεται στη Λιβύη, η Ελλάδα θα μπορούσε να ζητήσει την παύση της παραβίασης και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, επανόρθωση.
Για οποιαδήποτε αξίωση χρηματικής αποζημίωσης θα απαιτούνταν τεκμηρίωση της ζημίας και της αιτιώδους σύνδεσής της με την παράνομη πράξη.
Για τον λόγο αυτό, η καθηγήτρια θεωρεί απαραίτητη την καταγραφή των ενεργειών, των καθυστερήσεων, των σχετικών επικοινωνιών και του ενδεχόμενου οικονομικού κόστους.
Παράλληλα, διαχωρίζει τις αξιώσεις του ελληνικού κράτους από πιθανές αυτοτελείς αξιώσεις της Chevron.
5. Προσφυγή στα όργανα του ΟΗΕ
Εφόσον σημειωθεί σοβαρή παρεμπόδιση ή απειλή χρήσης βίας, η Ελλάδα μπορεί να θέσει το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, χωρίς να απαιτείται συναίνεση της Λιβύης.
Η διαδικασία αυτή δεν εγγυάται την έκδοση απόφασης ούτε συνεπάγεται ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα προχωρήσουν σε οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Η κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου
Η δρ Αλιγιζάκη αναφέρεται και στην κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου, στην οποία, σύμφωνα με την ίδια, συμμετείχαν η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Κύπρος, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εκτιμά ότι η συγκεκριμένη διπλωματική συνεργασία μπορεί να αποτελέσει βάση για την επιδίωξη συγκεκριμένων δεσμεύσεων.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η συμμετοχή στην κοινή δήλωση δεν σημαίνει αυτομάτως συμφωνία όλων των πλευρών στην επιβολή κυρώσεων.
«Τα ελληνικά δικαιώματα δεν εξαρτώνται από την αποδοχή τρίτων κρατών, αλλά η αποτελεσματική προστασία τους απαιτεί τεκμηρίωση, συμμαχίες και συγκεκριμένες αποφάσεις», καταλήγει.





