Το κρητικό πρόβατο που κατακτά την Ευρώπη: Μόλις 40 κιλά, ελεύθερης βοσκής και με παραγωγή 220 κιλών γάλακτος!
Η κτηνοτροφία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ταυτότητας της Κρήτης, με τη μετακινούμενη κτηνοτροφία και τις ντόπιες φυλές αιγοπροβάτων να διατηρούν έναν τρόπο παραγωγής που επιβιώνει εδώ και γενιές.
Σε μια εποχή κατά την οποία η κλιματική κρίση, η παρατεταμένη ξηρασία και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής δημιουργούν νέα δεδομένα, η διατήρηση και γενετική βελτίωση των τοπικών φυλών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Όπως εξηγεί στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» ο κτηνίατρος Αλέξανδρος Στεφανάκης, οι φυλές που έχουν αναπτυχθεί και προσαρμοστεί επί δεκαετίες στις ιδιαίτερες συνθήκες της Κρήτης διαθέτουν χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορούν να υποκατασταθούν από εισαγόμενα ζώα.
Το πρόβατο των Σφακίων που φτάνει τα 220 κιλά γάλα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φυλή Σφακίων, ένα σχετικά μικρόσωμο πρόβατο, περίπου 40 κιλών, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στο ορεινό περιβάλλον και μπορεί να αξιοποιεί αποτελεσματικά τη φυσική βλάστηση.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Στεφανάκη, η προσπάθεια που ξεκίνησε από τη Σχολή Ασωμάτων και συνεχίστηκε μέσα από τον εκσυγχρονισμό της αιγοπροβατοτροφίας, ιδιαίτερα στο Ρέθυμνο, έχει οδηγήσει σε σημαντικά αποτελέσματα.
Όπως αναφέρει, σε αρκετές εκτροφές του Ρεθύμνου η παραγωγή της φυλής Σφακίων μπορεί πλέον να φτάσει περίπου τα 220 κιλά γάλα ανά γαλακτική περίοδο.
Πρόκειται, όπως επισημαίνει, για ιδιαίτερα σημαντική επίδοση αν ληφθεί υπόψη το μικρό βάρος του ζώου και η δυνατότητά του να ζει και να παράγει σε συνθήκες ελεύθερης βόσκησης.
Ο ίδιος υπογραμμίζει μάλιστα τη διαφορά σε σχέση με ξενικές φυλές μεγαλύτερου σωματικού βάρους, οι οποίες μπορεί να εμφανίζουν υψηλότερη γαλακτοπαραγωγή, αλλά απαιτούν εντατικότερη εκτροφή, σταβλισμό και μεγαλύτερες ποσότητες ζωοτροφών.
Το «κοκκινόματο» των Αστερουσίων και του Ψηλορείτη
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη διατήρηση της φυλής Αστερουσίων, του γνωστού «κοκκινόματου», που συναντάται τόσο στα Αστερούσια όσο και στον Ψηλορείτη.
Πρόκειται για πρόβατο βάρους περίπου 37 κιλών, με εξαιρετική ικανότητα βόσκησης και επιβίωσης στις ξηροθερμικές συνθήκες της Κρήτης.
Κατά τον Αλέξανδρο Στεφανάκη, πρόκειται για ένα ζώο που θα μπορούσε, με οργανωμένη προσπάθεια γενετικής βελτίωσης, να εξελιχθεί ακόμη περισσότερο και να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για τη διατήρηση της κτηνοτροφίας σε δύσκολες ορεινές και ημιορεινές περιοχές.
Γιατί οι ντόπιες φυλές αντέχουν στην κλιματική κρίση
Η προσαρμοστικότητα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα των κρητικών φυλών.
Τα ζώα έχουν αναπτυχθεί επί γενιές μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού και μπορούν να ανταποκρίνονται καλύτερα στη ζέστη, την ξηρασία, το δύσβατο ανάγλυφο και τη διαθέσιμη φυσική βλάστηση.
Αντίθετα, όπως εξηγεί ο κτηνίατρος, πολλές ξενικές φυλές που εισάγονται με στόχο την αύξηση της παραγωγής γάλακτος απαιτούν σταβλισμό, κατάλληλες εγκαταστάσεις και εξασφαλισμένη τροφοδοσία με ζωοτροφές.
«Οι ξενικές φυλές που εισάγονται στη χώρα με σκοπό να αυξηθεί η παραγωγή γάλακτος, πρέπει να σταβλίζονται σε εγκαταστάσεις κλιματιζόμενες και θα πρέπει να έχουν εξασφαλισμένα τα σανά τους για να μπορούν να είναι βιώσιμες», επισημαίνει.
Η βόσκηση ως «όπλο» απέναντι στις πυρκαγιές
Η σημασία της ελεύθερης βόσκησης, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην παραγωγή γάλακτος και κρέατος.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Στεφανάκη, τα αιγοπρόβατα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και στη διαχείριση της βλάστησης, ιδιαίτερα στις ξηροθερμικές περιοχές του νησιού.
Η ελεγχόμενη βόσκηση περιορίζει την εύφλεκτη φυτική ύλη, ενώ ταυτόχρονα τα ζώα συμβάλλουν στη διασπορά σπόρων και στη διατήρηση του ιδιαίτερου οικοσυστήματος της Κρήτης.
«Αν λείπανε, ό,τι έπαθε ο νότιος Άγιος Βασίλειος θα πάθαινε όλη η Κρήτη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κτηνίατρος, αναδεικνύοντας τον ρόλο που μπορεί να έχει η κτηνοτροφία και στην προστασία του περιβάλλοντος.
Η ιδιαίτερη περίπτωση της κρητικής αίγας
Σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί και η τοπική κρητική αίγα, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Στεφανάκη, διαθέτει διαφορετικό γενετικό υλικό από την υπόλοιπη ντόπια ελληνική αίγα.
Πρόκειται για ζώο εξαιρετικά προσαρμοσμένο στις ορεινές εκτάσεις της Κρήτης, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει αντίστοιχα οργανωμένη προσπάθεια γενετικής βελτίωσης.
Τα τελευταία χρόνια αρκετοί κτηνοτρόφοι έχουν στραφεί σε ξενικές φυλές, ενώ άλλοι έχουν προχωρήσει σε διασταυρώσεις με τις ντόπιες αίγες.
Ορισμένα από τα υβρίδια αυτά, όπως αναφέρει, παρουσιάζουν ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα, τόσο ως προς την ποιότητα του γάλακτος όσο και ως προς τη δυνατότητα να παραμένουν σε συστήματα ελεύθερης βόσκησης.
120 τυροκομεία και 40 οικοτεχνίες στην Κρήτη
Πίσω από την πρωτογενή παραγωγή βρίσκεται ένα ολόκληρο οικονομικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Αλέξανδρος Στεφανάκης, στην Κρήτη λειτουργούν περίπου 120 τυροκομεία και 40 οικοτεχνίες, ενώ το νησί διαθέτει και ιδιαίτερα αναπτυγμένη βιομηχανία ζωοτροφών.
Η Κρήτη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς πυρήνες της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας, παρά το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, έως και τριπλάσιο σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα.
Όπως αναφέρει, η παραγωγή ανέρχεται περίπου στους 20.000 τόνους αιγοπρόβειου γάλακτος, στοιχείο που αποτυπώνει το οικονομικό μέγεθος και τις δυνατότητες του κλάδου.
«Σύγχρονο το 40% των κτηνοτρόφων – Πρέπει να ακολουθήσει το υπόλοιπο 60%»
Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι ο εκσυγχρονισμός του συνόλου των εκμεταλλεύσεων.
Κατά τον κ. Στεφανάκη, περίπου το 40% των κτηνοτρόφων της Κρήτης έχει ήδη προσαρμοστεί σε σύγχρονα παραγωγικά δεδομένα, ωστόσο παραμένει ένα μεγάλο ποσοστό που πρέπει να ακολουθήσει.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία μπορούν να διαδραματίσουν οι πόροι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), εφόσον κατευθυνθούν σε επενδύσεις που ενισχύουν πραγματικά την παραγωγικότητα, την ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων και την αξιοποίηση των φυσικών πόρων.
Κλιματική κρίση και έλλειψη στρατηγικού σχεδίου
Για τον κτηνίατρο, δύο είναι οι μεγαλύτερες απειλές που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος: η κλιματική κρίση και η διαχρονική απουσία μιας συνεκτικής κτηνοτροφικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην ανάγκη προστασίας του εγχώριου γενετικού υλικού, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει δεκάδες φυλές προβάτων, την ώρα που συνεχίζονται οι εισαγωγές ξενικών φυλών.
Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύει και τη σημασία του Σταθμού Γεωργικής Έρευνας Ασωμάτων, ο οποίος έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην έρευνα και στη βελτίωση της κρητικής αιγοπροβατοτροφίας.
Παράλληλα, θέτει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της ζωοκλοπής, τονίζοντας ότι πέρα από την εγκληματική της διάσταση προκαλεί σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις και λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάπτυξη σύγχρονων κτηνοτροφικών συστημάτων.
Το μήνυμα προς τους καταναλωτές
Κρίσιμος, σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Στεφανάκη, είναι και ο ρόλος των ίδιων των καταναλωτών.
Η επιλογή των τοπικών κτηνοτροφικών και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν αφορά μόνο τη στήριξη του εισοδήματος των παραγωγών, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα της τοπικής οικονομίας και τη διατήρηση ενός παραγωγικού μοντέλου άμεσα συνδεδεμένου με το κρητικό περιβάλλον.
«Το σύστημα της κτηνοτροφίας μας είναι ζωντανό. Παράγει δυναμικά και ποιοτικά», τονίζει, καλώντας τους καταναλωτές να δείχνουν σαφή προτίμηση στα προϊόντα του τόπου.
Για την Κρήτη, επομένως, η προστασία των ντόπιων φυλών δεν αποτελεί απλώς ζήτημα διατήρησης μιας παράδοσης. Αποτελεί επένδυση στην παραγωγική αυτάρκεια, στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και στην ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα απέναντι στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.






