Απάντηση Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου στην Ένωση Αστυνομικών για τα κρατητήρια – «Δεν είμαστε επαίτες αναβολών»
Απάντηση στην Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Ηρακλείου δίνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου, με αφορμή την αντιπαράθεση που προέκυψε για τις συνθήκες που επικρατούν στα κρατητήρια Ηρακλείου.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος υπενθυμίζει ότι στις 18 Ιουνίου 2026 είχε εκδώσει ανακοίνωση, με την οποία ανέδειξε τις απαράδεκτες, όπως τις χαρακτηρίζει, συνθήκες κράτησης στα κρατητήρια Ηρακλείου, δηλώνοντας παράλληλα ότι θα επιδιώξει τη θεσμική διερεύνησή τους. Όπως σημειώνει, η ανακοίνωση εκείνη δεν απέδιδε οποιαδήποτε ευθύνη στους αστυνομικούς υπαλλήλους.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, η οποία, σύμφωνα με τον Δικηγορικό Σύλλογο, αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας, απέδωσε τις δυσμενείς συνθήκες κράτησης στις αναβολές που ζητούν οι κατηγορούμενοι μέσω των συνηγόρων τους, καθώς και στη μη εφαρμογή της εικονοτηλεδιάσκεψης. Παράλληλα, όπως αναφέρεται, η Ένωση αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση των φορέων που ασκούν κριτική στην Ελληνική Αστυνομία.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου τονίζει ότι δεν προτίθεται να μετατρέψει ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνδικαλιστική αντιπαράθεση. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με θεσμική αποστολή την υπεράσπιση του κράτους δικαίου, των δημοκρατικών αρχών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στην ανακοίνωση υπογραμμίζεται ακόμη ότι οι δικηγόροι, ως δημόσιοι λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, ασκούν το λειτούργημά τους για τη διασφάλιση της δίκαιης δίκης και της αποτελεσματικής υπεράσπισης των πολιτών. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, οι δικηγόροι δεν είναι «επαίτες» αναβολών, καθώς το δικαίωμα αίτησης αναβολής προβλέπεται από τον νόμο και κρίνεται αποκλειστικά από τα αρμόδια δικαστήρια.
Αναφορικά με την εικονοτηλεδιάσκεψη, ο Δικηγορικός Σύλλογος σημειώνει ότι δεν μπορεί να θεωρείται πανάκεια ούτε για τις συνθήκες κράτησης ούτε για τον περιορισμό των μεταγωγών. Επισημαίνει, επίσης, ότι ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει συγκεκριμένες και περιορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής της, ενώ οι απαραίτητες τεχνικές υποδομές δεν υπάρχουν πάντοτε.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη φυσική παρουσία του κατηγορουμένου ενώπιον του φυσικού του δικαστή και στο δικαίωμά του να υπερασπίζεται από δικηγόρο της επιλογής του. Σύμφωνα με τον Δικηγορικό Σύλλογο, οι εγγυήσεις αυτές αποτελούν θεμελιώδεις εκφάνσεις της δίκαιης δίκης και δεν μπορούν να υποχωρούν για λόγους διοικητικής ευχέρειας, εξοικονόμησης πόρων ή αποσυμφόρησης των κρατητηρίων.
Καταλήγοντας, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου δηλώνει ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται σταθερά τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τις συνταγματικές ελευθερίες, υπενθυμίζοντας ότι η αιτιολογημένη κριτική προς κάθε δημόσια αρχή αποτελεί βασικό στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και αναγκαίο έλεγχο απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.
Η ανακοίνωση: «Σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου εξέδωσε στις 18.06.2026 ανακοίνωση, με την οποία κατέδειξε τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούν στα κρατητήρια Ηρακλείου και δήλωσε ότι θα επιδιώξει τη θεσμική διερεύνησή τους, χωρίς ωστόσο να αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη στους αστυνομικούς υπαλλήλους.
Η ανακοίνωση αυτή προκάλεσε την αντίδραση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Ηρακλείου, η οποία, αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας του προβλήματος και να συμβάλει στην ανάδειξή του, απέδωσε τις δυσμενείς συνθήκες κράτησης στις αναβολές που ζητούν οι κατηγορούμενοι μέσω των συνηγόρων τους και στη μη εφαρμογή της εικονοτηλεδιάσκεψης, αμφισβητώντας παράλληλα τη νομιμοποίηση των «φορέων» που ασκούν κριτική στην Ελληνική Αστυνομία.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου δεν προτίθεται να μετατρέψει ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνδικαλιστική αντιπαράθεση. Οφείλει, ωστόσο, να υπενθυμίσει ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με θεσμική αποστολή την υπεράσπιση του κράτους δικαίου, των δημοκρατικών αρχών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων παρεμβαίνοντας ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού και οικονομικού ενδιαφέροντος.
Οι δικηγόροι, ως δημόσιοι λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, ασκούν το λειτούργημά τους προς διασφάλιση της δίκαιης δίκης και της αποτελεσματικής υπεράσπισης των πολιτών και δεν είναι «επαίτες» αναβολών. Το δικαίωμα αίτησης αναβολής προβλέπεται από τον νόμο και κρίνεται αποκλειστικά από τα αρμόδια δικαστήρια πάντα στο πλαίσιο των εγγυήσεων μιας δίκαιης ποινικής διαδικασίας.
Αντίστοιχα, η εικονοτηλεδιάσκεψη δεν αποτελεί πανάκεια για τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης ούτε για τον περιορισμό των μεταγωγών. Άλλωστε, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει συγκεκριμένες και περιοριστικά καθορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής της, ενώ οι αναγκαίες τεχνικές υποδομές δεν υφίστανται πάντοτε.
Η διασφάλιση της φυσικής παρουσίας του κατηγορουμένου ενώπιον του φυσικού του δικαστή και η υπεράσπισή του από δικηγόρο της επιλογής του αποτελούν θεμελιώδεις εκφάνσεις της δίκαιης δίκης σε όλες τις στοιχειωδώς πολιτισμένες κοινωνίες. Οι εγγυήσεις αυτές δεν μπορούν να υποχωρούν μπροστά σε λόγους διοικητικής ευχέρειας, εξοικονόμησης πόρων ή αποσυμφόρησης των κρατητηρίων.»
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου θα συνεχίσει να υπερασπίζεται σταθερά τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τις συνταγματικές ελευθερίες, υπενθυμίζοντας ότι η αιτιολογημένη κριτική προς κάθε δημόσια αρχή δεν αποτελεί απλώς θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας, αλλά και αναγκαίο έλεγχο σε κάθε μορφή εξουσίας. Η προάσπιση της Δικαιοσύνης παραμένει, εκ φύσεως και εκ θέσεως, ύψιστο καθήκον του δικηγορικού λειτουργήματος»






