Κρήτη: Έρχεται μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου, αλλά το περσινό μένει απούλητο – Γιατί δεν ανεβαίνουν οι τιμές
Οι ευεργετικές βροχές ενισχύουν τις προσδοκίες για τη νέα παραγωγή, όμως τα αδιάθετα αποθέματα και η περιορισμένη ζήτηση διατηρούν την πίεση στις τιμές
Μεγάλες προσδοκίες για τη φετινή παραγωγή ελαιολάδου στα Χανιά δημιουργούν οι πρόσφατες βροχοπτώσεις, ωστόσο η εικόνα της αγοράς προκαλεί έντονο προβληματισμό στους ελαιοπαραγωγούς. Οι τιμές παραμένουν πιεσμένες, φτάνοντας έως τα 3,80 ευρώ, ενώ σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου εξακολουθούν να βρίσκονται στις αποθήκες, καθώς η ζήτηση είναι περιορισμένη και οι ίδιοι οι παραγωγοί αναζητούν αγοραστές.
Την κατάσταση που επικρατεί περιέγραψε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης (ΣΕΔΗΚ) και δήμαρχος Πλατανιά, Γιάννης Μαλανδράκης, σε δηλώσεις του στο zarpanews.gr, αναφερόμενος και στα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών του Συνδέσμου.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι οι καιρικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ευνοϊκές προϋποθέσεις για την παραγωγή, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα του ελαιολάδου.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι μια καλή σοδειά δεν συνεπάγεται απαραίτητα και υψηλότερες τιμές για τους παραγωγούς.
«Ο παραγωγός αναζητά αγοραστή για να πουλήσει το λάδι του»
Η νέα ελαιοκομική περίοδος βρίσκεται στο ξεκίνημά της και τα ελαιοτριβεία αναμένεται σύντομα να αρχίσουν να παραλαμβάνουν τον φετινό ελαιόκαρπο.
Παρά τα θετικά μηνύματα από τις βροχοπτώσεις, η αγορά εξακολουθεί να διαθέτει αποθέματα ελαιολάδου από την προηγούμενη παραγωγή.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Μαλανδράκη, οι τιμές που καταγράφονται φτάνουν το πολύ έως τα 3,80 ευρώ, χωρίς να παρατηρείται αυξημένο αγοραστικό ενδιαφέρον.
Αντίθετα, όπως υπογράμμισε, η πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση συναλλαγών προέρχεται κυρίως από την πλευρά των παραγωγών.
«Δεν παρατηρείται έντονη ζήτηση για την αγορά ποσοτήτων. Συμβαίνει το αντίθετο: ο παραγωγός είναι εκείνος που αναζητά αγοραστή για να διαθέσει την ποσότητά του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος του ΣΕΔΗΚ επισήμανε ότι η φετινή παραγωγή αναμένεται να ωφεληθεί από τις ευεργετικές βροχοπτώσεις, διευκρινίζοντας όμως πως η ποιοτική και ποσοτική βελτίωση δεν εγγυάται αντίστοιχη άνοδο των τιμών.
Η τυποποίηση ως διέξοδος για καλύτερες τιμές
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Γιάννης Μαλανδράκης στην ανάγκη ενίσχυσης της τυποποίησης του κρητικού ελαιολάδου, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί βασικό μέσο για την αύξηση της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος.
Όπως εξήγησε, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην τυποποίηση έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν καλύτερες τιμές διάθεσης, εφόσον πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις και διαθέτουν τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις.
Στην Κρήτη λειτουργούν τόσο ελαιοτριβεία με δικές τους μονάδες τυποποίησης όσο και επιχειρήσεις που ασχολούνται αποκλειστικά με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Ο πρόεδρος του ΣΕΔΗΚ αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη έγκριση της Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) «Κρήτη», χαρακτηρίζοντάς την σημαντική εξέλιξη για την ταυτότητα του τοπικού ελαιολάδου.
Η αναγνώριση αυτή, όπως σημείωσε, επιτρέπει την ανάδειξη του προϊόντος σε επίπεδο ολόκληρου του νησιού, πέρα από τις επιμέρους ονομασίες ΠΟΠ που υπήρχαν ήδη.
Κατά τον ίδιο, η ενίσχυση της τυποποίησης μέσα από ομάδες παραγωγών, συνεταιρισμούς και επιχειρηματικές συνεργασίες μπορεί να συμβάλει στη διεκδίκηση καλύτερων τιμών.
«Πρέπει, όσο μπορούμε, μέσα από συλλογικές δράσεις, ομάδες παραγωγών, συνεταιρισμούς και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, να ενισχύσουμε την τυποποίηση του ελαιολάδου με ταυτότητα», τόνισε.
Οι εισαγωγές από τρίτες χώρες και η πρόταση για τιμή ασφαλείας
Απαντώντας σε ερώτηση του zarpanews.gr, ο πρόεδρος του ΣΕΔΗΚ αναφέρθηκε και στις εισαγωγές ελαιολάδου από μεσογειακές χώρες που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως υποστήριξε, η αύξηση των ποσοτήτων που διοχετεύονται στην αγορά από αυτές τις χώρες αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα πίεσης των τιμών.
Παράλληλα, επανέφερε το αίτημα για τη θέσπιση ελάχιστης τιμής ασφαλείας, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, διατυπώνεται εδώ και χρόνια από παραγωγούς.
Η συγκεκριμένη πρόταση συνδέεται με τη δυνατότητα δημιουργίας αποθεμάτων ασφαλείας, ώστε να περιορίζεται η υπερβάλλουσα προσφορά και η περαιτέρω υποχώρηση των τιμών.
Ο Γιάννης Μαλανδράκης υποστήριξε ότι αντίστοιχες προσεγγίσεις αρχίζουν να συζητούνται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Υπενθύμισε επίσης ότι στο παρελθόν υπήρχαν μηχανισμοί παρέμβασης στην αγορά ελαιολάδου, εκτιμώντας ότι ανάλογα εργαλεία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την προστασία των παραγωγών.
Προβληματισμός για τη νοθεία και τους ελέγχους
Στη συνέντευξή του, ο πρόεδρος του ΣΕΔΗΚ στάθηκε και στο ζήτημα της νοθείας του ελαιολάδου, επισημαίνοντας την ανάγκη αποτελεσματικών κρατικών ελέγχων.
Όπως ανέφερε, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά με την ονομασία «ελαιόλαδο» ανταποκρίνονται πράγματι στα προβλεπόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την περίπτωση ενός προϊόντος που θα περιείχε μόλις 30% ελαιόλαδο και 70% άλλη ουσία, τονίζοντας ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές ως διάθεση γνήσιου ελαιολάδου.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η ευθύνη για την αντιμετώπιση της νοθείας ανήκει στους αρμόδιους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Προειδοποίηση για τα μη εγκεκριμένα φυτοφάρμακα
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Γιάννης Μαλανδράκης στη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στους ελαιώνες και ιδιαίτερα στους ψεκασμούς για την αντιμετώπιση του δάκου.
Όπως ανέφερε, πριν από περίπου δύο έως τρία χρόνια είχαν υπάρξει επισημάνσεις για προβλήματα στη σωστή εφαρμογή συγκεκριμένων σκευασμάτων κατά τη διαδικασία των ψεκασμών.
Τόνισε ότι η χρήση μη εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων, ιδίως λίγο πριν από τη συγκομιδή, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην εμπορική διάθεση του ελαιολάδου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να επηρεάσουν όχι μόνο την παραγωγή του αγρότη που τις εφαρμόζει, αλλά και άλλες ποσότητες ελαιολάδου, πλήττοντας παράλληλα την αξιοπιστία του ελληνικού προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα περιστατικά εξαγώγιμων ποσοτήτων ελαιολάδου που να έχουν υποβαθμιστεί εξαιτίας τέτοιων πρακτικών.
Για τον λόγο αυτό ζήτησε συχνότερους και εντατικότερους ελέγχους, τόσο στους ελαιώνες όσο και στα καταστήματα που διαθέτουν φυτοπροστατευτικά προϊόντα, προκειμένου να ελέγχεται και η προέλευση των σκευασμάτων.






