Με ένα «κλικ» αποφάσιζαν ποιος θα κερδίσει στον τζόγο – Κέρδη άνω του 1 εκατ. ευρώ!
Με ειδικό λογισμικό που φέρεται να τους επέτρεπε να καθορίζουν τις αποδόσεις και να επιλέγουν ποιοι παίκτες θα κερδίσουν, λειτουργούσαν τα μέλη εγκληματικής οργάνωσης που εξαρθρώθηκε στη Θεσσαλονίκη για υπόθεση παράνομου ηλεκτρονικού τζόγου. Η δράση της φέρεται να είχε ξεκινήσει τουλάχιστον από το 2013, με το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος να εκτιμάται σε περισσότερα από ένα εκατομμύριο ευρώ.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα των αστυνομικών αρχών, η οποία κατέληξε σε μεγάλη επιχείρηση με τη συμμετοχή περισσότερων από 100 αστυνομικών και τη σύλληψη 20 ατόμων.
Σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, η οργάνωση φέρεται να δραστηριοποιούνταν σε τουλάχιστον τέσσερα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα, κυρίως σε χώρους που λειτουργούσαν ως ίντερνετ καφέ.
Το λογισμικό που επέτρεπε να επιλέγουν τους νικητές
Κεντρικό στοιχείο της έρευνας αποτελεί το ειδικό λογισμικό που φέρεται να είχε εγκατασταθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα των καταστημάτων.
Όπως προέκυψε από τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι αστυνομικοί, μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος τα πρόσωπα που είχαν τον έλεγχο της δραστηριότητας μπορούσαν να μεταβάλλουν τις αποδόσεις των τυχερών παιχνιδιών και να καθορίζουν ποιοι παίκτες θα λάμβαναν κέρδη.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, παρακαμπτόταν ο μηχανισμός τυχαιότητας των παιχνιδιών, με αποτέλεσμα οι συμμετέχοντες να μην γνωρίζουν τις πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας τους.
Η συγκεκριμένη πρακτική φέρεται να επέτρεπε στην οργάνωση να αποκομίζει σημαντικά χρηματικά ποσά, εξαπατώντας τους παίκτες.
«Τσιλιαδόροι» και panic button για να κρύβουν τον παράνομο τζόγο
Ιδιαίτερα οργανωμένα φέρονται να ήταν και τα μέτρα που είχαν ληφθεί για την αποφυγή αστυνομικών ελέγχων.
Στα καταστήματα υπήρχαν ειδικά διαμορφωμένοι χώροι, ενώ η είσοδος πραγματοποιούνταν υπό έλεγχο. Παράλληλα, άτομα είχαν αναλάβει καθήκοντα επιτήρησης, λειτουργώντας ως «τσιλιαδόροι» για τον έγκαιρο εντοπισμό πιθανής αστυνομικής παρουσίας.
Ακόμη, είχε εγκατασταθεί ηλεκτρονικό κουμπί έκτακτης ανάγκης (panic button), το οποίο επέτρεπε την άμεση αλλαγή των ενδείξεων στις οθόνες των υπολογιστών.
Έτσι, όταν οι εμπλεκόμενοι αντιλαμβάνονταν την παρουσία αστυνομικών, μπορούσαν να αποκρύπτουν την εικόνα των παράνομων τυχερών παιχνιδιών από τις οθόνες.
Οι τέσσερις βασικοί ρόλοι στην οργάνωση
Από την έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων προέκυψε ότι η φερόμενη εγκληματική οργάνωση είχε ιεραρχική δομή, με συγκεκριμένη κατανομή αρμοδιοτήτων.
Δύο πρόσωπα, ηλικίας 55 και 51 ετών, φέρονται να είχαν συγκροτήσει την ομάδα τουλάχιστον από το 2013, ενώ σταδιακά εντάσσονταν σε αυτήν και άλλα μέλη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι βασικοί ρόλοι κατανέμονταν ως εξής:
Ο 55χρονος φερόμενος αρχηγός: Είχε, κατά την αστυνομία, τον κεντρικό συντονισμό της δραστηριότητας. Αποφάσιζε για τη λειτουργία των καταστημάτων, την ένταξη νέων συνεργατών και την κατανομή των καθηκόντων, ενώ διαχειριζόταν τα έσοδα και καθόριζε τον τρόπο αξιοποίησής τους. Παράλληλα, παρακολουθούσε την εφαρμογή των οδηγιών του μέσω των συστημάτων βιντεοεπιτήρησης.
Ο 68χρονος φερόμενος υπαρχηγός: Είχε αναλάβει τη διαχείριση του προσωπικού, την εποπτεία των οικονομικών ροών και τη μεταφορά των ημερήσιων εισπράξεων. Παρείχε επίσης τεχνική υποστήριξη και επέβλεπε τη λειτουργία των καταστημάτων.
Η 51χρονη: Φέρεται να συμμετείχε στη διαχείριση και την απόκρυψη χρηματικών ποσών, διαθέτοντας τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω των οποίων διακινούνταν έσοδα από την παράνομη δραστηριότητα.
Ο 40χρονος φερόμενος υπαρχηγός: Είχε, σύμφωνα με την έρευνα, τη δυνατότητα απομακρυσμένης διαχείρισης του παράνομου λογισμικού. Αναλάμβανε την επίλυση τεχνικών προβλημάτων, την εκπαίδευση εργαζομένων και την παροχή οδηγιών, ενώ παρακολουθούσε τα καταστήματα μέσω καμερών.
Επιπλέον, φέρεται να διαχειριζόταν, μαζί με τον 68χρονο, χρηματικά ποσά που αποκρύπτονταν στους χώρους των επιχειρήσεων. Κατόπιν εντολών του αρχηγού, μπορούσε επίσης να καθορίζει συγκεκριμένους παίκτες στους οποίους θα αποδίδονταν κέρδη.
Δέκα «αχυράνθρωποι» για να κρύβεται η πραγματική ιδιοκτησία
Σημαντικό μέρος της φερόμενης δράσης της οργάνωσης αφορούσε την απόκρυψη των πραγματικών προσώπων που έλεγχαν τις επιχειρήσεις.
Κατά την αστυνομική έρευνα, δέκα άτομα εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες καταστημάτων, χωρίς να είναι εκείνα που ασκούσαν στην πραγματικότητα τη διοίκηση και τη διαχείρισή τους.
Οι συγκεκριμένοι «αχυράνθρωποι» φέρεται να χρησιμοποιούνταν ώστε να μην εμφανίζονται τα αρχηγικά μέλη ως πραγματικοί ιδιοκτήτες, αλλά και για την αποφυγή οικονομικών υποχρεώσεων, όπως φορολογικά χρέη και εργοδοτικές εισφορές.
Τα υπόλοιπα μέλη φέρονται να εκτελούσαν καθήκοντα επιτήρησης, είσπραξης χρημάτων, πίστωσης πόντων στους παίκτες και διαχείρισης των ηλεκτρονικών συστημάτων.
Πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ το εκτιμώμενο παράνομο όφελος
Η παράλληλη οικονομική έρευνα ανέδειξε στοιχεία που, σύμφωνα με τις αρχές, συνδέονται με τη διαχείριση και την απόκρυψη των εσόδων.
Δύο από τα φερόμενα αρχηγικά μέλη διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζαν δαπάνες δυσανάλογες προς τα δηλωμένα εισοδήματά τους, ενώ εξετάστηκαν χρηματικές κινήσεις μέσω τραπεζικών λογαριασμών και λογαριασμών παικτικής δραστηριότητας.
Οι αρχές εκτιμούν ότι τα ποσά διακινούνταν μέσω συγκεκριμένων προσώπων και λογαριασμών, προκειμένου να αποκρύπτεται η προέλευσή τους και να εμφανίζονται ως νόμιμα έσοδα.
Με βάση τη διάρκεια της φερόμενης δράσης, που εκτείνεται σε περισσότερα από δέκα χρόνια, το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ.
Για την υπόθεση ενημερώθηκε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η οποία προχώρησε, κατά περίπτωση, σε δεσμεύσεις τραπεζικών και στοιχηματικών λογαριασμών προσώπων που φέρονται να είχαν αρχηγικό ρόλο.
Στο πλαίσιο της έρευνας προέκυψαν επίσης στοιχεία για οφειλές εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο από ορισμένους εμπλεκομένους.
Κατασχέθηκαν 61.460 ευρώ, χρυσές λίρες και δεκάδες υπολογιστές
Κατά τη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κατοικίες, καταστήματα και οχήματα, καθώς και σωματικοί έλεγχοι των κατηγορουμένων.
Συνολικά εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν:
- 61.460 ευρώ σε μετρητά και 700 δολάρια ΗΠΑ.
- 11 χρυσές λίρες.
- Τέσσερα επιβατικά αυτοκίνητα, από τα οποία το ένα ως μέσο τέλεσης των αδικημάτων και τα υπόλοιπα τρία ως φερόμενα προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων.
- 28 κινητά τηλέφωνα και πλήθος καρτών SIM.
- Κοσμήματα.
- 21 κάμερες.
- 22 σκληροί δίσκοι ηλεκτρονικών υπολογιστών.
- 61 κεντρικές μονάδες υπολογιστών.
- 22 οθόνες, 22 πληκτρολόγια και 22 ποντίκια.
- Τρεις φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές και συσκευές tablet.
- Τέσσερα καταγραφικά συστήματα καμερών.
- Τραπεζικό βιβλιάριο.
- Φορητά μέσα αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων.
- Χειρόγραφες σημειώσεις, έγγραφα και παραστατικά.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με τη συνδρομή της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος.
Κακουργηματικές διώξεις σε 18 συλληφθέντες
Από την επιχείρηση προέκυψαν συνολικά 20 συλλήψεις, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 14 πρόσωπα.
Σε βάρος 18 συλληφθέντων ο εισαγγελέας άσκησε, κατά περίπτωση, κακουργηματική ποινική δίωξη για:
- Συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.
- Παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου.
- Απλή συνέργεια στην παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών.
- Απάτη με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.
- Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Οι 18 κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στον αρμόδιο ανακριτή προκειμένου να απολογηθούν.
Οι άλλοι δύο συλληφθέντες, οι οποίοι φέρονται να ήταν παίκτες των παράνομων τυχερών παιχνιδιών, αφέθηκαν ελεύθεροι με προφορική εντολή του εισαγγελέα.






