Κρήτη: Στη φυλακή πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. – Οι εκβιασμοί, οι δωροληψίες και οι απειλές
Ένοχος και σε δεύτερο βαθμό κρίθηκε ο 56χρονος Χανιώτης αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., πρώην διοικητής του Τμήματος Τροχαίας ΒΟΑΚ και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων, για σειρά σοβαρών αδικημάτων που περιλαμβάνουν εκβιασμούς, δωροληψίες και βία κατά αστυνομικών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Β΄ Κρήτης, με απόφαση που εκδόθηκε αργά το μεσημέρι της Πέμπτης (8/10), επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και έξι μηνών, χωρίς αναστολή, καθώς και χρηματική ποινή 21.000 ευρώ.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για εκβίαση κατ’ επάγγελμα, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, δωροληψίες και βία κατά αστυνομικών υπαλλήλων, υιοθετώντας την καταδικαστική πρόταση της εισαγγελικής αρχής και χωρίς να του αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό, όπως αναφέρει το zarpanews.gr.
Παρά τη διατήρηση της καταδικαστικής κρίσης, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν μειωμένη σε σχέση με εκείνη του πρώτου βαθμού. Τον Φεβρουάριο του 2025 είχε καταδικαστεί σε 11 χρόνια κάθειρξης και χρηματική ποινή 25.000 ευρώ.
Κατά την απολογία του, ο 56χρονος αρνήθηκε κατηγορηματικά όσα του αποδίδονται, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται στο επίκεντρο μιας οργανωμένης σκευωρίας. Ζήτησε μάλιστα την αποφυλάκισή του, δηλώνοντας ενώπιον του δικαστηρίου ότι «δεν κινδυνεύει κανείς από ‘μένα».
Αναφερόμενος στην πολυετή υπηρεσιακή του διαδρομή, υποστήριξε ότι ουδέποτε εκμεταλλεύτηκε τη θέση του για προσωπικό όφελος.
«Στα 33 χρόνια που υπηρέτησα το σώμα εκτέλεσα τα καθήκοντά μου με αφοσίωση. Ξεκίνησα από αστυφύλακας, έγινα αξιωματικός. Έμαθα να βοηθάω και ουδέποτε ζήτησα ανταλλάγματα. Ποτέ δεν έκανα κάτι παράνομο. Έχω καθαρή τη συνείδησή μου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερο βάρος κατά την ακροαματική διαδικασία δόθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων που υποστήριξαν ότι είχαν καταβάλει χρήματα προκειμένου να διαγράφονται τροχονομικές παραβάσεις και να τους επιστρέφονται πινακίδες κυκλοφορίας, χωρίς να ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία υποβολής ένστασης.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τα ποσά καταβάλλονταν χωρίς να εκδίδεται απόδειξη. Όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο, εκείνος αρνήθηκε ότι παραλάμβανε χρήματα, υποστηρίζοντας πως, σύμφωνα με όσα αναφέρονταν, οι ενδιαφερόμενοι τα άφηναν πάνω στο γραφείο του. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε να έχει συμβεί κάτι τέτοιο.
Σημαντικό μέρος της δίκης αφορούσε επίσης την υπόθεση εκβίασης που συνδέεται με καντίνα του Δήμου Χανίων στην περιοχή των Αγίων Αποστόλων.
Ο πρώην αξιωματικός ανέφερε ότι γνώριζε τη μισθώτρια από την παιδική τους ηλικία, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι θα μπορούσε να την απειλήσει ή να της προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη.
«Γνωριζόμαστε από παιδιά, δεν θα της έκανα ποτέ κακό», υποστήριξε στην απολογία του.
Για την παρουσία του στη διαδικασία δημοπράτησης της καντίνας, ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί ως εγγυητής της διαφάνειας, προκειμένου να διασφαλιστεί πως δεν θα αδικούνταν ενδιαφερόμενος λόγω της αλλοδαπής καταγωγής του.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε εκ των προτέρων πως ο συγκεκριμένος ενδιαφερόμενος επρόκειτο να διεκδικήσει τη συγκεκριμένη καντίνα.
Σε ερώτηση της προέδρου σχετικά με την κατάθεση της μάρτυρα, η οποία ανέφερε ότι του είχε παραδώσει 15.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε το ποσό αποκλειστικά για να το μεταφέρει στον αλλοδαπό ενδιαφερόμενο.
Η γυναίκα, η οποία παρέστη στη δίκη προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατέθεσε ότι ο 56χρονος ήταν εκείνος που την εκβίαζε, ενώ, σύμφωνα με όσα υποστήριξε, επικαλούνταν τις γνωριμίες και τις επαφές του με πολιτικά πρόσωπα και δημάρχους.
Η ίδια εξέφρασε ανησυχία ακόμη και για τη σημερινή κατάσταση, αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε, μέσα από άλλη υπόθεση που εξιχνιάστηκε, πως ο κατηγορούμενος φερόταν να επιχειρεί να επηρεάσει τη διαδικασία στο Εφετείο.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η υπόθεση της καντίνας δεν είχε αρχικά καταγγελθεί από την παθούσα στην Αστυνομία. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, η διερεύνησή της προέκυψε μέσα από τις επισυνδέσεις της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τέθηκε επίσης το ζήτημα επιστολής που είχε φτάσει στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων και περιείχε καταγγελίες ότι ο αστυνομικός χρηματιζόταν επί σειρά ετών.
Ο 56χρονος απέρριψε και αυτούς τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για σκευωρία σε βάρος του, την οποία απέδωσε σε φθόνο εξαιτίας της δημόσιας παρουσίας του.
Στο δικαστήριο εξετάστηκε ακόμη υπόθεση που αφορούσε δικηγόρο, για την οποία ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος επαγγελματίας δεν είχε ανταποκριθεί σωστά στα καθήκοντά του και ότι, επειδή ο ίδιος αισθανόταν πως κινδύνευε, του είχε ζητήσει να αναλάβει την προστασία του.
Ξεχωριστό σκέλος της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσαν οι καταγγελίες για τη συμπεριφορά του απέναντι στους αστυνομικούς που πραγματοποίησαν έρευνα στην κατοικία του.
Οι αστυνομικοί κατέθεσαν ότι κατά την επιχείρηση ο 56χρονος τους απείλησε, λέγοντας πως θα τους σκοτώσει και θα τους βάλει στην κάσα, ενώ υποστήριξαν ότι δεν τους έχει ζητήσει ποτέ συγγνώμη για τη συμπεριφορά του.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στο σπίτι του εισήλθαν οκτώ άτομα με κουκούλες και πως αρχικά δεν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για αστυνομικούς.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι η δικαστική λειτουργός που επρόκειτο να παραστεί στην έρευνα έφτασε στο σημείο περίπου 15 λεπτά αργότερα, καθώς, όπως υποστήριξε, είχε καθυστερήσει λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Παρά την πλήρη άρνηση των κατηγοριών και τους ισχυρισμούς περί σκευωρίας, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική απόφαση, επιβάλλοντας στον πρώην αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ. κάθειρξη οκτώ ετών και έξι μηνών χωρίς αναστολή και χρηματική ποινή 21.000 ευρώ, ολοκληρώνοντας τη δευτεροβάθμια εκδίκαση της υπόθεσης.





