ΣτΕ: Ακύρωσε την ανάκληση διορισμού αστυνομικού με πλαστό απολυτήριο μετά από 22 χρόνια υπηρεσίας – Το σκεπτικό
Μια ιδιαίτερη υπόθεση διορισμού στην Ελληνική Αστυνομία με πλαστό απολυτήριο Λυκείου έφτασε μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι η Διοίκηση όφειλε να συνεκτιμήσει τις εξαιρετικές περιστάσεις που είχαν διαμορφωθεί έπειτα από 22 χρόνια υπηρεσίας. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο δεν νομιμοποίησε τη χρήση του πλαστού τίτλου σπουδών, αλλά έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί εάν, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, η ανάκληση του διορισμού ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Με την απόφαση 494/2026, το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκανε δεκτή την έφεση πρώην Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ., εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 84/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να υπάρξει νέα νόμιμη κρίση.
Σύμφωνα με το dnews.gr, η υπόθεση ξεκινά από το 1995, όταν ο συγκεκριμένος άνδρας κατατάχθηκε στην Ελληνική Αστυνομία ως δόκιμος Αστυφύλακας. Στη διαδικασία πρόσληψής του είχε δηλώσει απόφοιτος Λυκείου και είχε προσκομίσει σχετικό απολυτήριο, το οποίο αποτελούσε απαραίτητο τυπικό προσόν για την κατάταξή του.
Χρόνια αργότερα, όταν πραγματοποιήθηκε έλεγχος των δικαιολογητικών, η γνησιότητα του συγκεκριμένου τίτλου σπουδών δεν επιβεβαιώθηκε από το μητρώο μαθητών και τα επίσημα αρχεία του Λυκείου.
Η Διοίκηση προχώρησε τελικά το 2017 στην ανάκληση του διορισμού του, όταν ο αστυνομικός είχε ήδη συμπληρώσει 22 χρόνια υπηρεσίας στην ΕΛ.ΑΣ.
Τα 22 χρόνια στην ΕΛ.ΑΣ. και η υπηρεσιακή του πορεία
Κεντρικό ρόλο στην κρίση του ΣτΕ διαδραμάτισαν τα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια των περισσότερων από δύο δεκαετιών που μεσολάβησαν από τον διορισμό μέχρι την ανάκλησή του.
Ο πρώην Αρχιφύλακας είχε, μεταξύ άλλων, υπηρετήσει στη Δίωξη Ναρκωτικών και είχε λάβει μέρος σε επιχειρήσεις κατά οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών.
Το 2008 είχε μάλιστα τραυματιστεί σε ανταλλαγή πυροβολισμών κατά τη διάρκεια επιχείρησης για τη σύλληψη διακινητή.
Παράλληλα, από το 2002 μέχρι το 2016, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, είχε λάβει 28 ηθικές αμοιβές, έξι ευαρέσκειες και μία εύφημη μνεία για την υπηρεσιακή του δράση.
Τα δεδομένα αυτά δεν αναιρούν, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, την παρανομία που συνδέεται με τον αρχικό διορισμό. Αποτελούν, όμως, στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την κρίση για την ανάκλησή του.
Τι έκρινε το ΣτΕ για τα πλαστά δικαιολογητικά
Το Συμβούλιο της Επικρατείας επανέλαβε τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο, όταν ένας υπάλληλος διορίζεται χωρίς να διαθέτει απαραίτητο τυπικό προσόν και έχει προκαλέσει ή υποβοηθήσει δολίως την παρανομία του διορισμού του, η ανάκληση του διορισμού είναι καταρχήν υποχρεωτική.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μάλιστα, η ανάκληση μπορεί καταρχήν να πραγματοποιηθεί χωρίς χρονικό περιορισμό, καθώς συνδέεται με την αποκατάσταση της νομιμότητας και τις αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας κατά την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, ωστόσο, το ΣτΕ έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί αυτομάτως η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, μόνο και μόνο επειδή είχε χρησιμοποιηθεί πλαστός τίτλος σπουδών.
Η αρχή της αναλογικότητας
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο της απόφασης.
Κατά το ΣτΕ, η Διοίκηση όφειλε να εξετάσει εάν, έπειτα από 22 χρόνια και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική υπηρεσιακή διαδρομή του αστυνομικού, η ανάκληση του διορισμού εξακολουθούσε να είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας.
Η στάθμιση αυτή θα μπορούσε, ανάλογα με την τελική κρίση της Διοίκησης, να οδηγήσει είτε στη μη ανάκληση είτε σε ανάκληση με αποτελέσματα για το μέλλον και όχι αναδρομικά.
Με άλλα λόγια, το ανώτατο δικαστήριο δεν έκρινε ότι ο αρχικός διορισμός με το συγκεκριμένο δικαιολογητικό ήταν νόμιμος. Έκρινε ότι πριν ληφθεί η τελική απόφαση έπρεπε να αξιολογηθούν όλα τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
Γιατί «έπεσε» η προηγούμενη απόφαση
Στο επίκεντρο βρέθηκε επομένως ο τρόπος με τον οποίο η Διοίκηση χειρίστηκε την ανάκληση και όχι η νομιμότητα του πλαστού απολυτηρίου.
Ο αστυνομικός είχε επικαλεστεί συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την πολυετή υπηρεσία του, τον τραυματισμό του εν ώρα καθήκοντος και τις διακρίσεις που είχε λάβει.
Κατά το ΣτΕ, από τη στιγμή που τα στοιχεία αυτά είχαν τεθεί υπόψη της Διοίκησης, έπρεπε να εξεταστεί εάν, σε συνδυασμό με την παρέλευση 22 ετών από τον διορισμό, μπορούσαν να αποτελέσουν εξαιρετικές περιστάσεις ικανές να επηρεάσουν την τελική απόφαση.
Σημειώνεται ακόμη ότι για την πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, η οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Τελικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και επέστρεψε την υπόθεση στη Διοίκηση.
Πλέον η Διοίκηση καλείται να επανεξετάσει την υπόθεση και να εκδώσει νέα κρίση, συνεκτιμώντας όχι μόνο την παρανομία που συνδέεται με τον αρχικό διορισμό αλλά και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια της 22ετούς υπηρεσίας του πρώην Αρχιφύλακα.





