Viral αγγελία στην Κίνα: Χιλιάδες αιτήσεις για μια θέση βοσκού – Η απελπισία πίσω από το ενδιαφέρον
Μια αγγελία για δύο θέσεις βοσκών σε απομακρυσμένα βοσκοτόπια νότια της Μογγολίας εξελίχθηκε σε απρόσμενο κοινωνικό φαινόμενο στην Κίνα, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες αιτήσεις και εκατομμύρια προβολές μέσα σε λίγες ώρες.
Ο Τσούο Σιαογιόνγκ, ιδιοκτήτης αγροκτήματος, αναζητούσε ανθρώπους για να αναλάβουν τη φροντίδα 3.000 προβάτων σε έκταση 20.000 στρεμμάτων. Όταν δημοσίευσε την αγγελία στα τέλη Απριλίου, δεν περίμενε ότι η αναζήτηση προσωπικού για μια τόσο απαιτητική εργασία θα γινόταν viral στο Weibo, την κινεζική εκδοχή του Χ, όπου συγκέντρωσε 59 εκατομμύρια θεάσεις μέσα σε λίγες ώρες.
Το ενδιαφέρον ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Περισσότεροι από 700 άνθρωποι υπέβαλαν αίτηση για τις δύο θέσεις, μεταξύ των οποίων υπάλληλοι επιχειρήσεων από μεγάλες πόλεις όπως η Σανγκάη και η Τσονγκίνγκ, εργαζόμενοι σε εργοστάσια από διάφορες περιοχές της χώρας, αλλά και νέοι απόφοιτοι πανεπιστημίων.
Η ανταπόκριση αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη της αυξανόμενης πίεσης που δέχεται η κινεζική αγορά εργασίας. Ο ίδιος ο Τσούο ανέφερε ότι δεν περίμενε τέτοια δημοσιότητα, σημειώνοντας πως περίπου ένας στους δέκα υποψήφιους είχε μόλις αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Άλλοι, όπως είπε, είχαν χρέη, εργάζονταν σε εξαντλητικές δουλειές σε εργοστάσια ή δήλωναν κουρασμένοι από την ένταση και την πολιτική των εργασιακών χώρων.
«Φαίνεται ότι οι απλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν δουλειά», σχολίασε ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος, αποτυπώνοντας το ευρύτερο κλίμα ανασφάλειας.
Σύμφωνα με τον Τσούο, περίπου οι μισοί υποψήφιοι είχαν γεννηθεί τη δεκαετία του 1990, ηλικιακή ομάδα που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού που στην Κίνα αποκαλείται «η κατάρα των 35άρηδων». Ο όρος περιγράφει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας να βρουν ή να διατηρήσουν θέσεις εργασίας, καθώς μελέτες δείχνουν ότι πολλοί εργοδότες, αλλά και ο δημόσιος τομέας, προτιμούν νεότερους υποψηφίους.
Η αγγελία προσέλκυσε ακόμη και εργαζόμενους με καλύτερες αμοιβές, αλλά έντονη κόπωση από τον αστικό τρόπο ζωής. Η 28χρονη Γου, η οποία εργάζεται στο ηλεκτρονικό εμπόριο και κερδίζει 10.000 γουάν τον μήνα, περίπου 1.200 ευρώ, δήλωσε ότι η θέση της φάνηκε ελκυστική, επειδή θα της έδινε την ευκαιρία να απομακρυνθεί από την πίεση της πόλης.
«Θέλω να ξεφύγω από τη ζωή στην πόλη και να σταματήσω να αντιμετωπίζω δύσκολους ανθρώπους. Θα μπορούσα να απολαμβάνω μια ήρεμη, απομονωμένη ζωή μακριά από τον κόσμο», ανέφερε.
Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του 21χρονου Τζέιμς Γκουό, ο οποίος εργάζεται σε εργοστάσιο κατασκευής εμπορευματοκιβωτίων. Ο ίδιος υπέβαλε αίτηση επειδή, όπως είπε, έχει εξαντληθεί από τις συνθήκες εργασίας. Περιέγραψε ημέρες άνω των 13 ωρών, με συνεχή χειρωνακτική εργασία, χωρίς επαρκή χρόνο ούτε για βασικές ανάγκες.
«Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να εργάζεσαι περισσότερες από 13 ώρες την ημέρα, βιδώνοντας βίδες μέχρι να πρηστούν και να γεμίσουν φουσκάλες τα χέρια σου, χωρίς καν να έχεις χρόνο να πας στην τουαλέτα», είπε, προσθέτοντας ότι δεν αντέχει άλλο τον φόρτο εργασίας.
Η περίπτωση αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο την εργασιακή κουλτούρα του «996», δηλαδή εργασία από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, έξι ημέρες την εβδομάδα. Το μοντέλο αυτό έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια τόσο σε εργαζόμενους σε γραφεία όσο και σε βιομηχανικούς εργάτες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πίεση στην αγορά εργασίας ενδέχεται να ενταθεί τους επόμενους μήνες. Τα εργοστάσια αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος λόγω του πολέμου στο Ιράν, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης επιταχύνεται, ενώ το καλοκαίρι αναμένεται να βγουν στην αγορά εργασίας 12,7 εκατομμύρια απόφοιτοι πανεπιστημίων, αριθμός-ρεκόρ για τη χώρα.
Η θέση του βοσκού, πάντως, δεν είναι εύκολη. Ο Τσούο αναζητούσε κατά προτίμηση ζευγάρι, το οποίο θα αναλάμβανε τη βόσκηση των προβάτων το καλοκαίρι και τον δύσκολο καθημερινό κύκλο ταΐσματος και καθαρισμού σε εσωτερικούς χώρους τον χειμώνα. Οι θερμοκρασίες στην περιοχή μπορούν να πέσουν κάτω από τους -30 βαθμούς Κελσίου.
Η αμοιβή ανερχόταν περίπου στα 1.000 ευρώ τον μήνα για κάθε εργαζόμενο, ποσό σημαντικά υψηλότερο από τον εθνικό μέσο μισθό στον ιδιωτικό αστικό τομέα, που διαμορφώνεται περίπου στα 760 ευρώ. Παράλληλα, προσφέρονταν στέγαση και διατροφή.
Τελικά, ο Τσούο προσέλαβε τέσσερα άτομα, δύο ζευγάρια, τα οποία είχαν γεννηθεί τη δεκαετία του 1980 και διέθεταν προηγούμενη εμπειρία σε αγροτικές εργασίες. Παρότι έχει κρατήσει ακόμη 40 ζευγάρια στη λίστα υποψηφίων, ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να προσλάβει εργένηδες ή νεαρούς από μεγάλα αστικά κέντρα.
Ο λόγος, όπως εξήγησε, είναι η απομόνωση. «Εδώ που βρισκόμαστε μπορεί να μη δεις άνθρωπο για έναν ολόκληρο χρόνο. Δεν ξέρω αν κάποιος μπορεί να αντέξει τέτοια μοναξιά», ανέφερε.
Παρότι η ανεργία στην Κίνα κινείται λίγο πάνω από το 5%, η υποαπασχόληση αυξάνεται και τα εισοδήματα στον ιδιωτικό τομέα έχουν μείνει πίσω από την οικονομική ανάπτυξη στο μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας.
Ο Σον Ρέιν, διευθύνων σύμβουλος του China Market Research Group, εξηγεί ότι ακόμη και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων από κορυφαία πανεπιστήμια αναζητούν στη Σανγκάη μισθούς παρόμοιους με εκείνους της αγγελίας, όμως μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους εξανεμίζεται σε ενοίκια μικρών διαμερισμάτων και βασικά έξοδα διαβίωσης.
Η μαζική ανταπόκριση στην αγγελία του Τσούο, πέρα από την ιδιαιτερότητα της ιστορίας, αναδεικνύει μια βαθύτερη κοινωνική τάση: για πολλούς νέους εργαζόμενους στην Κίνα, ακόμη και μια απομονωμένη και σκληρή δουλειά στην ύπαιθρο μπορεί να φαίνεται πιο ελκυστική από την αβεβαιότητα, την εξάντληση και το υψηλό κόστος ζωής στις μεγάλες πόλεις.





