Μήνυμα Βαρθολομαίου για το Πάσχα: «Το κακό δεν έχει τον τελευταίο λόγο στην Ιστορία»
Σε μια εποχή γεμάτη προκλήσεις και αβεβαιότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος στέλνει ένα βαθιά συμβολικό μήνυμα για το Πάσχα, αναδεικνύοντας τη σημασία της Ανάστασης ως πηγή ελπίδας, ελευθερίας και αναγέννησης για τον άνθρωπο.
Όπως τονίζει, η Ανάσταση δεν αποτελεί απλώς ένα θρησκευτικό γεγονός, αλλά μια ζωντανή εμπειρία που καλεί τον άνθρωπο να μεταμορφώσει τη ζωή του μέσα από την αγάπη, τη συγχώρεση και την προσφορά προς τον συνάνθρωπο.
Ο Πατριάρχης επισημαίνει ότι η πίστη δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη που γεννά θάρρος και αυθεντικότητα, ενώ απορρίπτει την αντίληψη ότι η χριστιανική στάση ζωής συνδέεται με παθητικότητα. Αντίθετα, αναδεικνύει τη θυσιαστική αγάπη ως στάση ευθύνης και γενναιότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν οι συγκρούσεις και η βία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογραμμίζει ότι η Εκκλησία οφείλει να στέκεται απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, προβάλλοντας τον λόγο της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της συμφιλίωσης.
Παράλληλα, τονίζει πως ο σεβασμός προς κάθε ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτος, καλώντας όλους να αναγνωρίσουν την αξία του ανθρώπου και να σταθούν δίπλα σε όσους υποφέρουν.
Το μήνυμα του Πάσχα, όπως αναφέρει, είναι τελικά ένα κάλεσμα για εσωτερική αλλαγή αλλά και συλλογική ευθύνη: να οικοδομηθεί ένας κόσμος με περισσότερη αλληλεγγύη, κατανόηση και ειρήνη.
Με αυτές τις σκέψεις, ο Πατριάρχης εύχεται το φως της Ανάστασης να αποτελέσει οδηγό για όλους, χαρίζοντας δύναμη και αισιοδοξία στις δύσκολες στιγμές.
Ακολουθεί ολόκληρο το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη, κ. Βαρθολομαίου για το φετινό Πάσχα:
«† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
Advertisement
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί εὐλογημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Φθάσαντες ἐν νηστείᾳ, προσευχῇ καί κατανύξει τήν λαμπροφόρον καί πανέορ-τον ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Πάσχα, ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν τήν κοσμοσωτήριον Ἔγερσιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τήν περιφανῆ νίκην τῆς ζωῆς ἐπί τοῦ θανάτου, καινοποιεῖ τήν κτίσιν πᾶσαν καί διανοίγει εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ὁδόν τῆς θεώσεως κατά χάριν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διασώζει τήν πασχάλιον ἐμπειρίαν εἰς τήν λειτουργικήν ζωήν, εἰς τούς ἄθλους τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, εἰς τήν ἐσχατολογικήν ὁρμήν τοῦ μοναχισμοῦ, εἰς τήν ἐξαγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», εἰς τήν θεολογίαν καί τήν δοξολογικήν τέχνην, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν τῶν πιστῶν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης, εἰς τήν ἀμετακίνητον βεβαιότητα ὅτι τό κακόν δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον ἐν τῇ ἱστορίᾳ.
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου βιοῦται ὡς χριστοδώρητος ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἐμπνέει, τροφοδοτεῖ καί ἐνισχύει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, τόν ἀγῶνα τόν καλόν δι᾿ «ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα»[1], ὑπενθυμίζουσα εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι ἡ πορεία πρός τήν Ἀνάστασιν εἶναι ἀδιαρρήκτως συνδεδεμένη μέ τόν Σταυρόν. Ἡ σταυροαναστάσιμος εὐφροσύνη ἔσωζε τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἀπό ταυτίσεις μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, καί ἐν ταὐτῷ τόν προεφύλαττεν ἀπό τήν ἄγονον κλειστότητα καί μίαν πνευματικότητα ἄνευ δυναμισμοῦ καί ἐλπιδοφόρου πνοῆς. Ἡ ζωή τῶν πιστῶν, ἐν Χριστῷ σταυρωθέντι καί ἀναστάντι δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους, ἀκυρώνει καί σήμερον ὅλα τά ἀνοίκεια ἀφηγήματα περί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους ὡς «ἠθικῆς τῶν ἀδυνάτων», τῆς δῆθεν ἐκπροσωπουμένης ὑπό τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης, τοῦ ἀσκητισμοῦ, τοῦ Κυριακοῦ «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ»[2] καί ἄλλων ἀρχῶν καί στάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητός μας. Οὐδέν ἀναληθέστερον αὐτῆς τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἤθους τῆς Χριστιανοσύνης, τῆς «οὐ ζητούσης τὰ ἑαυτῆς» θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς συνυφασμένης μέ γενναιότητα, θάρρος καί ὑπαρκτικήν αὐθεντικότητα. Τό Πάσχα εἶναι ὕμνος εἰς αὐτήν τήν ἐλευθερίαν, τήν «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην»[3] πίστιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἰδικόν μας κατόρθωμα, ἀλλά χάρις καί ἄνωθεν δωρεά καί βιοῦται εἰς τά ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τό «μυστήριον» τῆς διακονίας τοῦ πλησίον. Ὄντως, «ἡ εἰς Θεὸν ἀγάπη, τοῦ εἰς ἄνθρωπον μίσους παντελῶς οὐκ ἀνέχεται»[4].
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τό «ἅλας τῆς γῆς», τό «φῶς τοῦ κόσμου», ἡ πόλις, «ἡ ἐπάνω ὄρους κειμένη», ὁ λύχνος, ὁ «ἐπὶ τῆν λυχνίαν»[5], δίδει ἐμπράκτως ἐν τῷ κόσμῳ ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἐλθούσης χάριτος καί «τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[6]. Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως ἠχεῖ σήμερον ὡς Εὐαγγέλιον εἰρήνης, καταλλαγῆς καί δικαιοσύνης. Ὁ πόλεμος, τό μῖσος καί ἡ ἀδικία ἀντιστρατεύονται τάς θεμελιώδεις χριστιανικάς ἀρχάς, διά τήν πραγμάτωσιν καί ἑδραίωσιν τῶν ὁποίων προσεύχεται καί ἐργάζεται καθ᾿ ἡμέραν ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Ἐν τῷ φωτί τῆς Ἁναστάσεως, δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπέρ τῶν θυμάτων τῆς πολεμικῆς βίας, τῶν ὀρφανῶν, τῶν θρηνουσῶν τά τέκνα των μητέρων, ὑπέρ πάντων ὅσων φέρουν εἰς τό σῶμα καί τήν ψυχήν των τά ἐνεργήματα τῆς ἀνθρωπίνης σκληρότητος καί ἀναλγησίας. Τό «Χριστὸς Ἀνέστη» εἶναι ἄρνησις καί καταδίκη τῆς βίας καί τοῦ φόβου καί πρόσκλησις εἰς βίον εἰρηνικόν. Ὁ πόλεμος παράγει ὀδυρμόν καί θάνατον· ἡ Ἀνάστασις νικᾷ τόν θάνατον καί χαρίζεται ἀφθαρσίαν.
Ἐνώπιον τῶν καθημερινῶν εἰκόνων τῆς βαρβαρότητος τοῦ πολέμου, ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου τοῦ κάθε συγκεκριμένου ἀνθρώπου ὅπου γῆς, καί τό χρέος τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ της, καί καλεῖ ὅπως «γνωρίσωμεν ἡμῶν τὸ ἀξίωμα, τιμήσωμεν τὸ ἀρχέτυπον, γνῶμεν τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν καὶ ὑπὲρ τίνος Χριστὸς ἀπέθανε»[7]. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀποκατάστασις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν προαιώνιον κλίσιν του. Ὡς «ἀπαρχὴ ἄλλης βιοτῆς αἰωνίου» θεραπεύει τάς ἀλλοτριωτικάς σχέσεις καί ἐγκαθιδρύει τήν εἰρήνην «τὴν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν»[8], ἡ ὁποία ἐμπερικλείει τήν ἐγκόσμιον καταλλαγήν καί εἰρήνευσιν.
Θεοκινήτως ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν συμπλήρωσιν δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος, ὑπεγράμμισε τό καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας «νά ἐπικροτῇ πᾶν ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ πράγματι τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ’, 9) καί ἀνοίγει τήν ὁδόν πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν τῶν ἀποτελούντων τήν ἑνιαίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν»[9].
Τό Ἅγιον Πάσχα εἶναι ὁλόκληρος ὁ πνευματικός πολιτισμός μας, ὁ πυρήν τῆς εὐσεβείας μας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι καί ἡ ἰδική μας Ἀνάστασις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προτύπωσις δέ καί πρόγευσις τῆς «κοινῆς τῶν ἀνθρώπων ἀναστάσεως» καί τῆς ἀνακαινίσεως ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας. Κατηυγασμένοι ὑπό τοῦ ὑπερλάμπρου φωτός τοῦ προσώπου τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί δοξάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς τό ὑπεράγιον ὄνομα Αὐτοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, τοῦ ὄντος μεθ᾿ ἡμῶν «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[10], εὐχόμεθα «Καλήν Ἀνάστασιν», πλήρη θείων δωρημάτων ὁλόκληρον τήν πασχάλιον περίοδον καί πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν, ἀναφωνοῦντες τό κοσμοχαρμόσυνον «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!».







