ASKOMET ΑΦΟΙ ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ Α.Ε
Ανάλυση: Πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή; Τα τρία σενάρια και οι όροι των μεγάλων παικτών

Ανάλυση: Πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή; Τα τρία σενάρια και οι όροι των μεγάλων παικτών

Παρά τη γενικευμένη επιθυμία για όσο το δυνατόν ταχύτερη λήξη του πολέμου, το βασικό αγκάθι παραμένει το ίδιο: ποιο θα είναι το πολιτικό και στρατηγικό αποτύπωμα της επόμενης ημέρας.

Εκεί ακριβώς αποκλίνουν οι επιδιώξεις των βασικών πρωταγωνιστών, καθώς οι ΗΠΑ, το Ιράν, το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου προσεγγίζουν με διαφορετικά κριτήρια το ενδεχόμενο ενός τέλους στις εχθροπραξίες.

Για την Ουάσιγκτον, οι τελικοί στόχοι του Ντόναλντ Τραμπ παραμένουν ασαφείς. Οι αμερικανικές επιδιώξεις φαίνεται να κινούνται από τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος έως την πλήρη αποδοχή των αμερικανικών και ισραηλινών απαιτήσεων από την Τεχεράνη ή ακόμη και την κατάρρευση του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μέχρι τώρα, πάντως, το Ιράν δεν έχει καταρρεύσει ούτε έχει υποκύψει, αν και οι στρατιωτικές του δυνατότητες έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα έπειτα από 16 ημέρες συνεχών και στοχευμένων βομβαρδισμών.

Πριν από την κλιμάκωση, είχαν προηγηθεί έμμεσες επαφές ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν στη Γενεύη τον Φεβρουάριο, με διαμεσολάβηση του Ομάν. Κατά τους Ομανούς, υπήρχε πρόοδος στο πυρηνικό ζήτημα, με την Τεχεράνη να εμφανίζεται διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις και να παρέχει διαβεβαιώσεις ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου. Ωστόσο, δεν δεχόταν να ανοίξει συζήτηση για περιορισμό ή κατάργηση του βαλλιστικού της προγράμματος, ούτε για τον ρόλο της απέναντι σε συμμάχους της στην περιοχή, όπως οι Χούθι στην Υεμένη και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Στο πιο ευνοϊκό σενάριο για τις ΗΠΑ και αρκετούς από τους συμμάχους τους, η σύγκρουση θα οδηγούσε στην πτώση του καθεστώτος των αγιατολάχ και στην αντικατάστασή του από μια ειρηνική, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Μέχρι στιγμής όμως, δεν διαφαίνεται τέτοια προοπτική. Ένα δεύτερο, πιο ρεαλιστικό αμερικανικό σενάριο θα ήταν η επιβίωση μιας αποδυναμωμένης Ισλαμικής Δημοκρατίας που θα άλλαζε συμπεριφορά, θα περιόριζε την εσωτερική καταπίεση και θα σταματούσε τη στήριξη σε ριζοσπαστικές ένοπλες οργανώσεις. Και αυτό, ωστόσο, εμφανίζεται δύσκολο, ιδιαίτερα μετά την επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ως νέου ανώτατου ηγέτη.

Ταυτόχρονα, στην αμερικανική πλευρά εντείνονται οι πιέσεις για αποκλιμάκωση. Η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου, η μερική διατάραξη της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και η αυξανόμενη ανησυχία στο εσωτερικό των ΗΠΑ για νέα δαπανηρή εμπλοκή στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα επιπλέον πολιτικό βάρος για τον Αμερικανό πρόεδρο. Παρ’ όλα αυτά, εάν η Τεχεράνη επιβιώσει χωρίς ουσιαστική μεταβολή, θα είναι δύσκολο για την Ουάσιγκτον να εμφανίσει το αποτέλεσμα ως επιτυχία.

Από την πλευρά του, το Ιράν επιδιώκει άμεσο τέλος του πολέμου, αλλά όχι με όρους πλήρους υποχώρησης. Η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο πολιτικά και στρατηγικά, επενδύοντας σε αυτό που θεωρεί «στρατηγική υπομονή». Το γεωγραφικό της πλεονέκτημα παραμένει κομβικό, καθώς διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή μεταξύ των χωρών του Κόλπου και τη δυνατότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, από όπου υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου.

Η έκκληση της Ουάσιγκτον προς τρίτες χώρες να συμβάλουν πιο ενεργά στη διαχείριση των επιπτώσεων της σύγκρουσης δεν έχει βρει ουσιαστική ανταπόκριση. Το Ηνωμένο Βασίλειο, ευρωπαϊκές χώρες και άλλοι εταίροι εμφανίζονται επιφυλακτικοί στο ενδεχόμενο να εκθέσουν ναυτικές δυνάμεις σε κίνδυνο, συνοδεύοντας εμπορικά πλοία μέσω του Ορμούζ, τη στιγμή που δεν στήριξαν εξαρχής τον πόλεμο.

Επισήμως, η Τεχεράνη δηλώνει ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει μόνο αν δοθούν σαφείς εγγυήσεις πως δεν θα δεχθεί νέα επίθεση, ενώ ζητά και αποζημιώσεις για τις ζημιές που προκάλεσαν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιδρομές. Ακόμη κι αν αυτά τα αιτήματα δεν ικανοποιηθούν, η επιβίωση του καθεστώτος και των Φρουρών της Επανάστασης αρκεί, για την ιρανική πλευρά, ώστε η έκβαση να παρουσιαστεί ως νίκη.

Το Ισραήλ, αντίθετα, εμφανίζεται λιγότερο βιαστικό ως προς τον τερματισμό των επιχειρήσεων. Στρατηγικός του στόχος είναι να προκαλέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φθορά στα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, αλλά και στις αποθήκες, τα κέντρα διοίκησης, τα ραντάρ και τις βάσεις των Φρουρών της Επανάστασης. Αν και τέτοιες υποδομές μπορούν να ανασυσταθούν μετά το τέλος του πολέμου, το Τελ Αβίβ επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι κάθε απόπειρα επανόρθωσης θα έχει υψηλό κόστος, καθώς η ισραηλινή αεροπορία διατηρεί, σύμφωνα με αυτή τη λογική, τη δυνατότητα να επανέλθει και να πλήξει εκ νέου στόχους σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου αντιμετωπίζει το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα και το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνικού οπλοστασίου ως υπαρξιακή απειλή. Το Ιράν διαθέτει, ή διέθετε πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, ανεπτυγμένη εγχώρια βιομηχανία πυραύλων και drones, ενώ έχει εμπλουτίσει ουράνιο σε ποσοστό 60%, επίπεδο πολύ υψηλότερο από εκείνο που απαιτείται για ειρηνική χρήση.

Την ίδια ώρα, τα κράτη του Κόλπου βλέπουν τη στάση τους να αλλάζει ραγδαία. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και το Ομάν θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα ότι μπορούσαν να διαχειριστούν μια δύσκολη αλλά λειτουργική συνύπαρξη με την Ισλαμική Δημοκρατία. Η πραγματικότητα όμως μεταβλήθηκε δραματικά, καθώς, παρότι δεν στήριξαν τον πόλεμο, βρέθηκαν αντιμέτωπα με σχεδόν καθημερινές επιθέσεις από ιρανικούς πυραύλους και drones.

Ενδεικτικά, μόνο τις πρώτες ώρες της Δευτέρας 16 Μαρτίου, το υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε περισσότερα από 60 βλήματα που κατευθύνονταν προς το έδαφός της. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η εμπιστοσύνη των αραβικών κρατών του Κόλπου απέναντι στην Τεχεράνη φαίνεται να έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά αξιωματούχος της περιοχής, «έχει ξεπεραστεί μια κόκκινη γραμμή» και πλέον δεν μπορεί να υπάρξει κανονική σχέση με το Ιράν μετά από όσα έχουν συμβεί.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, παρότι σχεδόν όλοι δηλώνουν πως θέλουν το τέλος του πολέμου, κάθε πλευρά αντιλαμβάνεται διαφορετικά τι συνιστά αποδεκτή λήξη. Και όσο αυτές οι αποκλίσεις παραμένουν τόσο μεγάλες, η προοπτική μιας γρήγορης και σταθερής διευθέτησης εξακολουθεί να μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη.

Ακολουθήστε το Iraklionews σε Google News  και Facebook 
Κόσμος - Τελευταία Νέα
Περισσότερες Ειδήσεις