ASKOMET ΑΦΟΙ ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ Α.Ε
Η ιστορία του BCC Gang: Από τον Λεκτικό Επεξεργαστή στον Rack - Η πορεία ενός από τα πιο γνωστά σχήματα της ελληνικής rap

Η ιστορία του BCC Gang: Από τον Λεκτικό Επεξεργαστή στον Rack – Η πορεία ενός από τα πιο γνωστά σχήματα της ελληνικής rap

Η ιστορία του BCC Gang αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της ελληνικής hip-hop σκηνής. 

Πίσω από το γνωστό όνομα που κυκλοφορεί επί χρόνια σε στούντιο, συναυλίες και κοινωνικά δίκτυα όπως Instagram και YouTube, βρίσκεται μια πορεία γεμάτη ανατροπές, προσωπικές απώλειες και διαδοχές γενεών. Από την ίδρυση του Barcode Crew μέχρι την κυριαρχία του γιου του δημιουργού του, η ιστορία του σχήματος αποτυπώνει την εξέλιξη μιας ολόκληρης μουσικής κουλτούρας στην Ελλάδα.

Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται ο Ανδρέας Μαρνέζος, γνωστός καλλιτεχνικά ως Λεκτικός Επεξεργαστής. Γεννήθηκε στις 7 Απριλίου 1970 στην Αθήνα και μεγάλωσε μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με δυσκολίες, καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει. Μέχρι τα έξι του χρόνια ζούσε με τη γιαγιά του, ενώ αργότερα μετακόμισε στο Σικάγο όπου ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο στο Ravenswood. Το 1980 επέστρεψε στην Ελλάδα και, όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Home, δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. «Ήρθα στην Ελλάδα αμερικανάκι το ’82… πέντε φορές έμεινα στην πρώτη γυμνασίου», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ζωή του πέρασε από πολλές φάσεις. Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις του στρατού και αργότερα βρέθηκε στο εξωτερικό, πρώτα στην Αγγλία όπου αντιμετώπισε προβλήματα με ναρκωτικές ουσίες και μπήκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Στη συνέχεια μετακόμισε στις Βρυξέλλες, εργαζόμενος ως σωματοφύλακας και συμμετέχοντας παράλληλα σε αγώνες MMA. Σε μία από τις συμπλοκές εκείνης της περιόδου τραυματίστηκε από σφαίρα, γεγονός που ο ίδιος απέφευγε να αναλύσει δημόσια.

Η επαφή του με την κουλτούρα του hip-hop ενισχύθηκε στο Άμστερνταμ, όπου εργάστηκε σε νυχτερινό μαγαζί και συμμετείχε το 2003 στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μικτών πολεμικών τεχνών. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, αποφάσισε να αφοσιωθεί σε δύο βασικά πάθη: τη μουσική και την τέχνη του τατουάζ. Δημιούργησε στο Νέο Ψυχικό το στούντιο Barcode Tattoo, το οποίο εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για την τότε underground σκηνή.

Το 1998 ίδρυσε μαζί με τον ράπερ Δημήτρη Κριτικό (J Natch) τη δισκογραφική που αποτέλεσε τη βάση για το Barcode Crew (BCC). Στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια κοινότητα καλλιτεχνών της hip-hop κουλτούρας – ράπερ, DJs, breakers και graffiti writers – σε μια εποχή όπου η σκηνή στην Ελλάδα ήταν ακόμη περιορισμένη. «Τότε δεν υπήρχε ουσιαστικά rap στην Ελλάδα», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξη.

Στα πρώτα χρόνια της ομάδας συμμετείχαν αρκετοί καλλιτέχνες της underground σκηνής, μεταξύ τους ο Θύτης, ο Zero, ο Εισβολέας και άλλοι. Το BCC απέκτησε γρήγορα φήμη για την έντονη δραστηριότητά του και τις κυκλοφορίες του, ενώ πολλοί συνεργάτες θυμούνται τον Λεκτικό ως έναν άνθρωπο αυστηρό στη δουλειά αλλά ιδιαίτερα διορατικό στο marketing και την προώθηση.

Παράλληλα, το στούντιο τατουάζ του συνέβαλε στην εξάπλωση της κουλτούρας των tattoos στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, ο ίδιος είχε στόχο να κάνει τα τατουάζ κοινωνικά αποδεκτά σε μια εποχή που θεωρούνταν ακόμη περιθωριακά.

Η πορεία του όμως έληξε ξαφνικά το 2011. Τη Μεγάλη Εβδομάδα εκείνης της χρονιάς πραγματοποίησε πεζοπορία στο Άγιο Όρος μαζί με φίλους του, όπου δέχθηκε πολλαπλά τσιμπήματα σκορπιού στο πόδι. Παρά το περιστατικό συνέχισε την πορεία του. Λίγες ημέρες αργότερα, το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, 22 Απριλίου 2011, βρέθηκε νεκρός στο κατάστημά του. Η αιτία θανάτου ήταν ανακοπή καρδιάς. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου στο κοιμητήριο Ζωγράφου παρουσία καλλιτεχνών και φίλων, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Γουρλιώτης, ο Γιάννης Τσαϊβάζης και η Μαρία Κορινθίου.

Ο θάνατός του άφησε πίσω δύο παιδιά, τον Ηρακλή και την Έμεση. Ο γιος του, γεννημένος στις 15 Νοεμβρίου 1999 στην Αθήνα, μεγάλωσε μέσα στο περιβάλλον του στούντιο και της μουσικής. Από μικρός πειραματιζόταν με παραγωγές στο πρόγραμμα Fruity Loops, ενώ ήδη από την παιδική ηλικία έγραφε ρίμες και συμμετείχε σε ηχογραφήσεις.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, αποφάσισε να ακολουθήσει την ίδια πορεία. Με το καλλιτεχνικό όνομα Rack άρχισε να δραστηριοποιείται στη μουσική και σταδιακά ανέλαβε και τη λειτουργία της οικογενειακής επιχείρησης τατουάζ. Στην πορεία επανέφερε στο προσκήνιο το όνομα της ομάδας, μετατρέποντας το αρχικό Barcode Crew σε BCC Gang.

Η νέα περίοδος της ομάδας ξεκίνησε δυναμικά το 2020, με την κυκλοφορία νέων τραγουδιών και συνεργασιών. Το single «Barcode» σε συνεργασία με τον DJ Silence αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βήματα της επιστροφής. Την ίδια περίοδο το label άρχισε να δραστηριοποιείται ξανά με νέους καλλιτέχνες.

Το 2021 ο Rack κυκλοφόρησε τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο «Rackattack», ο οποίος περιλάμβανε κομμάτια όπως «Free Loop», «Χειροπέδες» και το ιδιαίτερα δημοφιλές «NASA» με τον Snik. Η επιτυχία του άλμπουμ συνέβαλε στην καθιέρωσή του στη σύγχρονη ελληνική rap σκηνή.

Την ίδια περίοδο προέκυψε και μια έντονη αντιπαράθεση με τον τράπερ Trannos, η οποία ξεκίνησε όταν οι δύο καλλιτέχνες ανακοίνωσαν κυκλοφορίες τραγουδιών με μικρή χρονική απόσταση. Η ένταση κορυφώθηκε με προσωπική συνάντηση μεταξύ τους, μετά την οποία και οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι το ζήτημα έκλεισε.

Η πορεία του Rack δεν περιορίστηκε μόνο στη μουσική. Παράλληλα ανέπτυξε επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από το brand BCC, δημιουργώντας ηλεκτρονικό κατάστημα, αλυσίδα προϊόντων και συνεργασίες με εταιρείες fitness. Μέσα από το project BCC Unity χρηματοδότησε επίσης αθλητές και νέους που δεν είχαν τα μέσα να προετοιμαστούν για διεθνείς διοργανώσεις.

Η καριέρα του ωστόσο δοκιμάστηκε το 2023 όταν 19χρονη κατήγγειλε βιασμό σε ξενοδοχείο στο Ρέθυμνο, υπόθεση στην οποία φερόταν να εμπλέκεται γνωστός 24χρονος τράπερ. Ο Rack αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε ότι παραδόθηκε στις αρχές για να διερευνηθεί η υπόθεση. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα ιατροδικαστικά ευρήματα δεν επιβεβαίωσαν τις καταγγελίες.

Παρά τις δυσκολίες, η μουσική του πορεία συνεχίστηκε. Το 2022 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Rackattack 2», ενώ τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν νέες δουλειές και singles που ενίσχυσαν τη δημοφιλία του. Το τραγούδι «BCC Gang» χρησιμοποιήθηκε μάλιστα στο soundtrack της ταινίας Deep Cover, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Orlando Bloom, μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου ελληνική hip-hop μουσική εμφανίζεται σε διεθνή κινηματογραφική παραγωγή.

Σήμερα το BCC αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα μουσικό σχήμα. Για τον Rack, όπως έχει δηλώσει, πρόκειται για μια κοινότητα ανθρώπων που συνδέονται με «σεβασμό και αγάπη» ανεξάρτητα από θρησκεία, φυλή ή καταγωγή. Ένα όραμα που ξεκίνησε από τον Λεκτικό Επεξεργαστή πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες και συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα από τη νέα γενιά της ελληνικής rap σκηνής.

Δείτε το τρομερό αφιέρωμα μιας ώρα από τον youtuber Rousmpa:

Ακολουθήστε το Iraklionews σε Google News  και Facebook 
Lifestyle - Τελευταία Νέα
Περισσότερες Ειδήσεις