Ευρωπαϊκή πίεση για το νερό στην Ελλάδα – Ερωτήματα Αρναούτογλου για Κανονισμό 2020/741 και αρδευτικά έργα
Την ανάγκη άμεσων Ευρωπαϊκών και Εθνικών παρεμβάσεων για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, με έμφαση στην επιδεινούμενη κατάσταση στην Ελλάδα, αναδεικνύει με δύο κοινοβουλευτικές ερωτήσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σάκης Αρναούτογλου.
Με την πρώτη ερώτηση, ο κ. Αρναούτογλου αναδεικνύει τα εμπόδια στην εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/741 για την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για άρδευση. Παρά το σαφές ευρωπαϊκό πλαίσιο και τη λειτουργία μονάδων βιολογικού καθαρισμού, η αξιοποίηση αυτής της κρίσιμης εναλλακτικής πηγής νερού παραμένει περιορισμένη και στην Ελλάδα, κυρίως λόγω διοικητικών, θεσμικών και χρηματοδοτικών εμποδίων.
Με δεύτερη ερώτηση, αναδεικνύονται τα σοβαρά θεσμικά κενά στη συλλογή και αποθήκευση επιφανειακών υδάτων για άρδευση στη χώρα. Την ώρα που μεγάλες ποσότητες νερού χάνονται ανεκμετάλλευτες, μικρά έργα — όπως αρδευτικές λιμνοδεξαμενές — «κολλάνε» σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, ενώ η υπεράντληση υδροφορέων και η αυξανόμενη ζήτηση επιτείνουν τη λειψυδρία σε πολλές αγροτικές περιοχές.
Ο ευρωβουλευτής ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατευθυντήριες οδηγίες, θεσμική απλοποίηση και στοχευμένη χρηματοδότηση μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλων ευρωπαϊκών εργαλείων, ώστε να προχωρήσουν άμεσα έργα βιώσιμης διαχείρισης νερού.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Αρναούτογλου: «Το ζήτημα του νερού στην Ελλάδα δεν είναι νέο, όμως η Κυβέρνηση συνεχίζει να το αντιμετωπίζει χωρίς σχέδιο, χωρίς ταχύτητα και χωρίς ουσιαστική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων. Την ώρα που η κλιματική κρίση επιδεινώνει τη λειψυδρία, έργα καθυστερούν, ευρωπαϊκά εργαλεία μένουν αναξιοποίητα και οι αγρότες καλούνται να πληρώσουν το κόστος της αδράνειας. Η χώρα χρειάζεται άμεσα ολοκληρωμένη στρατηγική, λιγότερη γραφειοκρατία και πραγματική πολιτική βούληση. Δεν μπορούμε να αφήνουμε το νερό να χάνεται και την παραγωγή να απειλείται από την έλλειψη σχεδιασμού».
Ακολουθούν τα κείμενα των δύο ερωτήσεων:
Θέμα: Εμπόδια στην εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/741 για την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για άρδευση σε λειψυδρικές περιοχές
Η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη υδατική πίεση στις μεσογειακές χώρες καθιστούν αναγκαία την αξιοποίηση εναλλακτικών και βιώσιμων πηγών νερού για τη γεωργία. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2020/741 θεσπίστηκε με στόχο την ασφαλή επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για αρδευτική χρήση. Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα, η πρακτική εφαρμογή του Κανονισμού παραμένει περιορισμένη, ιδίως σε λειψυδρικές περιοχές με υψηλή εξάρτηση της αγροτικής παραγωγής από την άρδευση και έντονη πίεση στους υπόγειους υδροφορείς, παρά την ύπαρξη λειτουργικών μονάδων βιολογικού καθαρισμού. Οι βασικοί ανασταλτικοί παράγοντες σχετίζονται με θεσμικά, διοικητικά, τεχνικά και χρηματοδοτικά εμπόδια, καθώς και με ζητήματα κοινωνικής αποδοχής.
Ερωτάται η Επιτροπή:
- Πώς αξιολογεί το γεγονός ότι, παρά την ισχύ του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/741, η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για άρδευση παραμένει περιορισμένη σε ορισμένα κράτη μέλη λόγω εφαρμοστικών και θεσμικών εμποδίων;
- Θεωρεί ότι η επιτάχυνση και απλοποίηση της εφαρμογής του Κανονισμού, με πλήρη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, της περιβαλλοντικής προστασίας και της κοινωνικής αποδοχής, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την επίτευξη των στόχων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και της ευρωπαϊκής πολιτικής προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή;
- Προτίθεται να εκδώσει πρόσθετες κατευθυντήριες οδηγίες και να ενισχύσει τη στοχευμένη χρηματοδότηση έργων επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων μέσω της ΚΑΠ, του Ταμείου Ανάκαμψης ή άλλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, υποστηρίζοντας παράλληλα πιλοτικές εφαρμογές σε περιοχές υψηλής υδατικής πίεσης;
Θέμα: Θεσμικά κενά στη συλλογή και αποθήκευση επιφανειακών υδάτων για άρδευση σε λειψυδρικές περιοχές της Ελλάδας
Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει τα φαινόμενα λειψυδρίας στη Νότια Ευρώπη και ιδίως στη Μεσόγειο, με σοβαρές επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή, την επισιτιστική ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή των αγροτικών περιοχών. Στην Ελλάδα, η υδατική ανεπάρκεια εντείνεται από την υπεράντληση υπόγειων υδροφορέων, την αυξημένη εποχική κατανάλωση λόγω τουρισμού και την απουσία σαφούς και αναλογικού θεσμικού πλαισίου για τη συλλογή και αποθήκευση επιφανειακών και ομβρίων υδάτων. Παρά το γεγονός ότι κατά τις χειμερινές περιόδους σημαντικές ποσότητες υδάτων απορρέουν ανεκμετάλλευτες προς τη θάλασσα, έργα μικρής και μεσαίας κλίμακας, όπως αρδευτικές λιμνοδεξαμενές, αντιμετωπίζουν σοβαρά διοικητικά και νομικά εμπόδια, καθώς συχνά εξομοιώνονται με μεγάλα υδραυλικά έργα.
Ερωτάται η Επιτροπή:
- Πώς αξιολογεί την έλλειψη σαφούς, λειτουργικού και αναλογικού θεσμικού πλαισίου σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα, για μικρής κλίμακας έργα συλλογής και αποθήκευσης επιφανειακών και ομβρίων υδάτων για αρδευτική χρήση, ιδίως σε λειψυδρικές περιοχές;
- Θεωρεί ότι η θεσμική απλοποίηση τέτοιων έργων, με παράλληλη διασφάλιση της ελάχιστης οικολογικής παροχής και της προστασίας των υδατικών σωμάτων, συνάδει με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ και τους στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή;
- Προτίθεται να εκδώσει κατευθυντήριες οδηγίες ή συστάσεις και να ενισχύσει τη χρηματοδότηση μικρών αρδευτικών λιμνοδεξαμενών μέσω της ΚΑΠ, του Ταμείου Ανάκαμψης ή άλλων ευρωπαϊκών εργαλείων, προωθώντας παράλληλα πιλοτικές εφαρμογές σε λειψυδρικές περιοχές;







