Υπουργικό Συμβούλιο με ατζέντα την καθημερινότητα – Στέγη, κράτος και κοινωνική συνοχή στο επίκεντρο
Στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα πραγματοποιηθεί στις 11 π.μ. στο Μέγαρο Μαξίμου, βρίσκεται η καθημερινότητα των πολιτών και η βελτίωση της λειτουργίας του κράτους.
Μεταξύ των θεμάτων που θα συζητηθούν περιλαμβάνονται νομοθετικές πρωτοβουλίες για την προσιτή στέγη, την κοινωνική συνοχή και την αναμόρφωση του συστήματος επιλογής προϊσταμένων στο δημόσιο, με στόχο ένα πιο αποτελεσματικό και φιλικό προς τον πολίτη κράτος.
Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αναμένεται να θέσει τις βασικές προτεραιότητες για το προσεχές διάστημα, υπογραμμίζοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση. Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η κυβέρνηση είναι σαφές: παρά τις φημολογίες για το εκλογικό χρονοδιάγραμμα, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό και σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση για πιθανές αλλαγές στον εκλογικό νόμο επανέρχεται κατά διαστήματα, αποκαλύπτοντας ότι ορισμένα κυβερνητικά στελέχη και αρκετοί βουλευτές της πλειοψηφίας σκέφτονται ήδη τις επόμενες εκλογές. Στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι η όποια στρατηγική θα πρέπει να ενισχύσει τις πιθανότητες επανεκλογής, ειδικά όσο τα δημοσκοπικά ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας παραμένουν γύρω στο 30%, αυξάνοντας την πίεση για αλλαγές στο εκλογικό πλαίσιο.
Δύο βασικά σενάρια έχουν επανειλημμένα πέσει στο τραπέζι: η αύξηση του εκλογικού ορίου εισόδου στη Βουλή από 3% σε 5%, ώστε να περιοριστεί η είσοδος μικρών κομμάτων, και η μείωση του ποσοστού που απαιτείται για το πρώτο κόμμα ώστε να εξασφαλίσει το μπόνους των 50 εδρών. Οι υποστηρικτές αυτών των αλλαγών επισημαίνουν, ωστόσο, κυρίως το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας και όχι προσωπικές εκλογικές ανησυχίες.
Παρά τις πιέσεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει αμετακίνητος στις δημόσιες δηλώσεις του, διαψεύδοντας κάθε πρόθεση αλλαγής στον εκλογικό νόμο. Τα κυβερνητικά στελέχη που συμφωνούν με αυτή τη στάση τονίζουν ότι οποιαδήποτε αλλαγή αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης από την κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας το πολιτικό της μήνυμα.







