Χρήστος Μαρκογιαννάκης: Ο Ηρακλειώτης συγγραφέας που διαπρέπει στη Γαλλία

Georgiladakis Epiplodiakosmisi 300×250

«Είναι λογικό να μη με έχετε ακούσει», λέει ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης όταν με περίσσευμα ντροπής ομολογώ πως έμαθα για εκείνον πριν από λίγες μόνο εβδομάδες.

Ή μάλλον έμαθα για τον ήρωά του, τον αστυνόμο Χριστόφορο Μάρκου, έναν τύπο που δεν κοιμάται πολύ, τρώει λίγο, ζει σπαρτιάτικα, είναι παθιασμένος με την Κάλλας, σκέφτεται ως μαθητής του Αριστοτέλη και στη νέα περιπέτειά του αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ένα στυγερό διπλό έγκλημα στον «5ο όροφο της Νομικής».
«Γράφω τα τελευταία πέντε χρόνια βιβλία που κυκλοφορούν στη Γαλλία. Πέρσι ξεκινήσαμε τη συνεργασία με τις εκδόσεις Μίνωας με το “Μυθιστόρημα με κλειδί”, που κυκλοφόρησε επίσης στα γαλλικά και μόλις και στα γερμανικά», συνεχίζει. Ο 42χρονος συγγραφέας δεν ανήκει σε εκείνα τα παιδιά που διέπρεπαν στο μάθημα της έκθεσης, όλοι είχαν να λένε για τη γραφή τους και είχαν βρει το επαγγελματικό πεπρωμένο τους πριν ακόμα αποκτήσουν συνείδηση του εαυτού τους. Ηταν όμως το παιδί που επινοούσε ιστορίες και τις αφηγούνταν ανάγλυφα και πειστικά στους φίλους του.

35373_1

«Μου άρεσε πάντα να δημιουργώ ιστορίες και να τις μοιράζομαι. Ημουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά της γειτονιάς μου. Τους μάζευα λοιπόν όλους και τους αφηγούμουν ιστορίες τις οποίες διαβεβαίωνα ότι είχα ακούσει στην τηλεόραση, αλλά στην πραγματικότητα ήταν όλες βγαλμένες από το μυαλό μου. Η έμπνευση υπήρξε πάντα συνεπής στο ραντεβού της. Και ευτυχώς παραμένει», καταλήγει.Ανάμεσα στις φανταστικές -κυριολεκτικά και μεταφορικά- ιστορίες που μοιραζόταν με την παρέα του και στα πέντε βιβλία -δύο δοκίμια και τρία μυθιστορήματα- που έχει υπογράψει έως σήμερα μεσολάβησε μία σύντομη αλλά καθοριστική καριέρα στη δικηγορία. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κρήτη και αργότερα σπούδασα Νομική και Εγκληματολογία στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές μου ξεκίνησα να εργάζομαι ως δικηγόρος, ασχολούμενος με το Ποινικό Δίκαιο. Ομως όταν έκλεισα τα 30 αποφάσισα να ξεκινήσω μια καινούρια ζωή. Σκέφτηκα αν θα μπορούσα να δω τον εαυτό μου να είναι στο ίδιο σημείο, στην ίδια πόλη, στην ίδια δουλειά μετά από 30 χρόνια. Ομολογώ ότι και μόνο η σκέψη δεν με γέμιζε. Πήρα λοιπόν το ρίσκο να ξεκινήσω μια καινούρια περιπέτεια», εξιστορεί.

Ετσι, άφησε τη νομική παράδοση της οικογένειάς του -τόσο ο πατέρας του όσο και ο θείος του είναι ποινικολόγοι-, φόρτωσε σε μια βαλίτσα τις εμπειρίες του από τα δικαστήρια, τα καλλιτεχνικά ερεθίσματα που λέει πως είχε λάβει από τη μητέρα του και βέβαια τις φιλοδοξίες του και έφυγε για το Παρίσι.

«Ηρθα στη Γαλλία με αφορμή ένα διδακτορικό στην Εγκληματολογία. Αφορούσε την αναπαράσταση των δολοφονιών στη γαλλική ζωγραφική του 19ου αιώνα. Τελικά, δεν έγραψα ποτέ το διδακτορικό, γιατί με βάση την έρευνα που έκανα ξεκίνησα να γράφω αυτό που αποκαλώ “criminartistic” δοκίμια. Τι σημαίνει ο όρος; Οτι αναλύω πίνακες, γλυπτά, αμφορείς με εργαλείο την Εγκληματολογία. Στην πραγματικότητα προσπαθώ να καταγράψω τι θα έκανε ένας εγκληματολόγος μπροστά σε ένα σκηνικό εγκλήματος που αναπαριστάται σε έναν πίνακα. Το 2017 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, το “Scènes de crime au Louvre”. Πήγε τόσο καλά, ώστε τότε αποφάσισα ότι δεν θέλω να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου από το να γράφω. Εκτοτε γράφω δοκίμια για το έγκλημα στην τέχνη, αλλά και το έγκλημα ως μια εκ των καλών τεχνών, κάνω ομιλίες και βέβαια γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα». Στα τελευταία λέει πως καταφέρνει να παντρεύει τα δύο του πάθη, δηλαδή την τέχνη και το έγκλημα, προίκα αμφότερα από το οικογενειακό του περιβάλλον.

«Ο πατέρας μου και ο θείος μου είναι δικηγόροι Ποινικού Δικαίου, οπότε το έγκλημα υπήρχε πάντα ως συζήτηση στην καθημερινότητά μου. Η αγάπη για την τέχνη προέρχεται από την πλευρά της μητέρας μου. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μου για την αστυνομική λογοτεχνία γεννήθηκε από ένα βιβλίο που δέχτηκα ως δώρο από μια θεία μου όταν ήμουν 8 ετών. Μου είχε αγοράσει το “Ντόκτορ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ” – ξεκάθαρα όχι ένα ανάγνωσμα για ένα παιδί αυτής της ηλικίας. Ωστόσο, ήταν τελικά μια ευτυχής συγκυρία», ανακαλεί ο Μαρκογιαννάκης.

Στη γραφή λέει ότι βρήκε την ελευθερία. «Βρήκα την έμπνευση αναζητώντας μια ελευθερία που δεν μου δίνει ο πραγματικός κόσμος. Ενα αστυνομικό μυθιστόρημα μας προσφέρει κάτι που δεν μας προσφέρει η ζωή. Μας βάζει στη βία και στο μυστήριο, αλλά μαθαίνουμε πάντα στο τέλος ποιος είναι ο δολοφόνος. Και συνήθως αυτός τιμωρείται. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα στην αληθινή ζωή. Δεν έρχεται πάντα η κάθαρση».

Γιατί, όμως, το έγκλημα μας ενδιαφέρει τόσο πολύ και τόσο έντονα, όπως μαρτυρούν οι true crime σειρές που κυκλοφορούν πια με το καντάρι αλλά και το buzz που δημιουργείται γύρω από αληθινές υποθέσεις δολοφονιών; «Το έγκλημα πάντα ενθουσίαζε και ερέθιζε το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Σας θυμίζω ότι οι περισσότερες αρχαίες τραγωδίες έχουν κάποιο έγκλημα στην υπόθεσή τους, το οποίο συνήθως γίνεται ανάμεσα σε μέλη της ίδιας οικογένειας. Αν πάτε σε κάποιο μουσείο, θα δείτε πάρα πολλά έργα τέχνης να αναπαριστούν εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο οι καλλιτέχνες αλλά και το κοινό ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Γιατί; Ξέρουμε όλοι ότι ζούμε σε έναν βίαιο κόσμο. Οταν βλέπουμε true crime documentaries επιβεβαιώνουμε στον εαυτό μας ότι ναι μεν ζούμε σε έναν βίαιο κόσμο, όμως εμείς είμαστε σώοι, αβλαβείς και ασφαλείς. Αυτό μας προσφέρει ανακούφιση», εξηγεί ο συγγραφέας.

Και με το περίφημο «τέλειο έγκλημα» τι γίνεται; Υπάρχει; Μπορεί ένας φόνος να εξυφανθεί τόσο μεθοδικά ώστε ο δράστης να μην τιμωρηθεί ποτέ; «Στην εγκληματολογία υπάρχει ο λεγόμενος “σκοτεινός αριθμός” της εγκληματικότητας. Είναι δηλαδή τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί και για τα οποία δεν έχουμε ιδέα ότι έχουν διαπραχθεί. Μπορεί κάποιος να έχει δηλωθεί ως εξαφανισμένος, μπορεί ένας θάνατος να δηλωθεί ως φυσικός ή από ατύχημα και να μην είναι. Οταν δεν έχουμε καταγεγραμμένο έγκλημα, δεν ψάχνουμε και τον δράστη. Αυτό, κατ’ εμέ, είναι το τέλειο έγκλημα. Πρόσφατες έρευνες στη Γερμανία κατέδειξαν ότι το 1% έως 5% των θανάτων που δηλώνονται ως φυσικοί ή από ατύχημα είναι προϊόντα εγκληματικής ενέργειας. Για να μιλήσουμε με αριθμούς, στη Γαλλία προ COVID είχαμε ετησίως 100.000 θανάτους δηλωμένους ως φυσικούς ή από ατύχημα. Αυτό σημαίνει ότι 1.000-5.000 άνθρωποι τον χρόνο δολοφονούνταν και δεν το γνώριζε κανείς. Αυτά είναι τα τέλεια εγκλήματα. Αυτά που κανείς δεν θεωρεί εγκλήματα. Αν το καλοσκεφτεί κάποιος, είναι τρομακτικό», λέει ο Μαρκογιαννάκης, ο οποίος δηλώνει ευγνώμων και ευτυχής για το γεγονός ότι οι ιστορίες που αφηγείται στα βιβλία του βρίσκουν ανταπόκριση.

6651-_-Tom-Volf

«Μπορεί να λέμε ότι γράφουμε για τον εαυτό μας, όμως ένας συγγραφέας χωρίς αναγνώστες είναι μισός. Επομένως, χαίρομαι που χάρη στην αγάπη των αναγνωστών έχω την πολυτέλεια να κάνω αυτό που αγαπώ». Και το κάνει με απόλυτη αφοσίωση αλλά και απαρέγκλιτη συστηματικότητα. «Από την ώρα που θα ξεκινήσω να γράφω μέχρι να έχω στα χέρια μου αυτό που θα κυκλοφορήσω περνάνε 11 μήνες. Γράφω κάθε μέρα. Είμαι 100% αφοσιωμένος σε αυτό. Γράφω το πρωί. Ξυπνάω, παίρνω τον καφέ μου, κάθομαι στον υπολογιστή και ξεκινάω είτε να γράφω, είτε να κάνω έρευνα. Σε κάποιες δύσκολες στιγμές για την έμπνευση συμβαίνει να κοιτάω το λευκό χαρτί μέχρι να έρθει η Μούσα. Γράφω πάντα με μουσική, ώστε να κλείνω τελείως έξω τους θορύβους από τον εξωτερικό κόσμο. Συνήθως ακούω κλασική μουσική. Οταν γράφω ακούω Μότσαρτ, όταν διορθώνω ακούω όπερα, κυρίως Μαρία Κάλλας. Αυτό είναι κάτι κοινό που έχουμε με τον αστυνόμο Μάρκου, η λατρεία μας για τη φωνή, τη ζωή και το έργο της Κάλλας. Αυτή είναι η ρουτίνα μου και διαρκεί περίπου οκτώ ώρες. Το απογευματάκι βγαίνω κάποια βόλτα, για να δω ανθρώπους, να πάρω ιδέες, να συναντήσω φίλους, να ζήσω όπως κάποιος που δεν είναι κλεισμένος όλη μέρα στο σπίτι του γράφοντας τις περιπέτειες κάποιου άλλου».

Ναι, ο Μαρκογιαννάκης παραδέχεται με γενναιότητα ότι πλέον ο ήρωάς του, ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου, έχει αυτονομηθεί πια. «Ξεκίνησε ως alter ego μου. Ομως πλέον έχει κερδίσει την αυτονομία του. Εγώ είμαι απλώς ο χρονικογράφος του που παρακολουθεί τις περιπέτειες και τις σκέψεις του. Δεν έχω κανέναν έλεγχο πάνω του. Εχει πια αυτός το πάνω χέρι, αλλά ακόμα με εμπιστεύεται να καταγράφω αυτά που κάνει».

 

 

 

πηγή: Protothema.gr

Περισσότερες Ειδήσεις