Μυστήριο στην Κένυα: Τουλάχιστον 15 ελέφαντες βρέθηκαν νεκροί κοντά στο Εθνικό Πάρκο Αμποσέλι
Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκονται οι αρμόδιες υπηρεσίες στην Κένυα, μετά τον εντοπισμό τουλάχιστον 15 νεκρών ελεφάντων στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου Αμποσέλι, ενός από τους σημαντικότερους βιότοπους άγριας ζωής της χώρας.
Η Υπηρεσία Άγριας Ζωής της Κένυας (KWS) έχει ξεκινήσει εκτεταμένη έρευνα προκειμένου να εξακριβώσει τα αίτια του περιστατικού. Ειδικοί συλλέγουν δείγματα από τα νεκρά ζώα, εξετάζοντας όλα τα πιθανά σενάρια, όπως κάποια ασθένεια, δηλητηρίαση ή άλλον περιβαλλοντικό παράγοντα.
Σύμφωνα με την KWS, δέκα από τους ελέφαντες παρουσίασαν συμπτώματα που παρέπεμπαν σε μερική παράλυση πριν καταλήξουν μέσα σε διάστημα περίπου δύο ημερών. Για τα υπόλοιπα πέντε ζώα, η προχωρημένη αποσύνθεση ή οι φθορές στα πτώματα δεν επέτρεψαν στους ειδικούς να προσδιορίσουν την αιτία θανάτου.
Οι πρώτες εργαστηριακές αναλύσεις δεν έχουν δώσει ακόμη ξεκάθαρη απάντηση. Δείγματα που εξετάστηκαν στο Πανεπιστήμιο του Ναϊρόμπι έδειξαν την πιθανή παρουσία τοξικής ουσίας, ωστόσο οι αντίστοιχοι έλεγχοι σε κρατικό εργαστήριο δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των συγκεκριμένων τοξινών. Για τον λόγο αυτό συνεχίζονται νέες εξετάσεις.
Παράλληλα, οι επιστήμονες πραγματοποιούν ελέγχους στις πηγές νερού και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, αναζητώντας τυχόν ρύπους ή άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει τα ζώα.
Το περιστατικό έχει προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς οι θάνατοι σημειώθηκαν σταδιακά μέσα σε έναν μήνα και αφορούν ελέφαντες διαφορετικών ηλικιών και φύλου, γεγονός που δεν παραπέμπει σε ένα μεμονωμένο κοπάδι. Ανάμεσα στα νεκρά ζώα βρίσκονται κυρίως θηλυκοί ελέφαντες και τα μικρά τους, ενώ μόνο ένα από τα θύματα ήταν αρσενικό.
Όλα τα πτώματα εντοπίστηκαν σε απόσταση 15 έως 30 χιλιομέτρων από τα όρια του Εθνικού Πάρκου Αμποσέλι, μιας περιοχής που φιλοξενεί περισσότερους από 2.000 ελέφαντες και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιότοπους της αφρικανικής άγριας ζωής.
Οι αρχές παρακολουθούν στενά την κατάσταση μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργαστηριακές αναλύσεις, διευκρινίζοντας πάντως ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις πως το φαινόμενο ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο.






