Μεσαρά: «Χάρε, φιλότιμο δεν έχεις;» – Η σπαρακτική μαντινάδα της Χαριστής Κουκουμπεδάκη για τον χαμό του 54χρονου Γιώργου
Βαθιά θλίψη έχει σκορπίσει στη Γαλιά του Δήμου Φαιστού και σε ολόκληρη τη Μεσαρά ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Γουλιελμάκη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 54 ετών.
Σοκ στη Μεσαρά: Θλίψη για τον ξαφνικό θάνατο του 54χρονου Γιώργου
Σύμφωνα με πληροφορίες του iraklionews.gr, ο άτυχος άνδρας εργαζόταν στη Γεωργική Έκθεση των Βόρρων, όπου έψηνε σουβλάκια, όπως συνήθιζε να κάνει και σε άλλες εκδηλώσεις της περιοχής. Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του αισθάνθηκε αδιαθεσία και μετέβη στο Κέντρο Υγείας Μοιρών.
Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, ο 54χρονος κατέληξε περίπου στη 1:30, έπειτα από ανακοπή καρδιάς, βυθίζοντας στο πένθος την οικογένεια, τους συγγενείς, τους φίλους και ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Ο Γιώργος Γουλιελμάκης ήταν πατέρας δύο παιδιών. Η απώλειά του έρχεται σε μια ιδιαίτερη περίοδο για την οικογένειά του, καθώς η κόρη του είχε αρραβωνιαστεί πρόσφατα, ενώ ο γιος του υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Καλαμάτα.
Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 14 Ιουλίου, στις 11:00 το πρωί, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στη Γαλιά. Η σορός του θα βρίσκεται στον ναό από τις 10:00, προκειμένου όσοι τον γνώριζαν να του απευθύνουν το τελευταίο «αντίο».
Το συγκινητικό αφιέρωμα της Χαρίστης Φανουράκη-Κουκουμπεδάκη
Με ένα σπαρακτικό κείμενο και ένα ποίημα γραμμένο στην κρητική ντοπιολαλιά αποχαιρέτησε τον 54χρονο η γνωστή μαντιναδολόγος Χαρίστη Φανουράκη-Κουκουμπεδάκη.
«Παρακατσεύγει ο κερατάς ο Χάρος και κάθε τόσο παίρνει κι έναν άνθρωπο που αξίζει να πατεί τούτη τη γη…
Χτύπησε πάλι το μπεγεντισμένο αρχοντικό του Βενιζέλου και της Ελένης Παπαδάκη για τρίτη φορά.
Ω! Τον αθεόφοβο, κοντό δεν έχει πάνω Θεό, κοντό δε λυπάται;
Τα θερμά μου συλλυπητήρια στη γυναίκα του, την Κρυστάλλη, στα παιδιά του, στην πολύπαθη Ελένη και σ’ όλη τη δικολογιά του. Να έχουν κουράγιο σ’ αυτή τη γερή χαστουκιά της σκληρής μοίρας και εύχομαι ανάπαυση της καλής του ψυχής σε παραδεισένιους τόπους…
Ένα μικρό, αλλά από ψυχής, αφιέρωμα σ’ αυτόν τον πράο και καλοκάγαθο άνθρωπο, που πάντα θα μείνει ζωντανός στις μνήμες όλων μας…».
«Κακό μαντάτο»
«Κακό μαντάτο ακούστηκε
στση Μεσσαράς τσι τόπους,
απού στη θλίψη εβούτηξε
κι επόνεσε τσ’ αθρώπους…
Κακό μαντάτο ακούστηκε,
μα κι άσκημο χαμπέρι,
που σκόρπισε Φθινόπωρο
κι ας είναι καλοκαίρι…
Σε γέννα Φανερωμιανή
και στση Γαλιάς ξαθέρι,
ο Χάρος πάλι ήβρηκε
να μπήξει το μαχαίρι…
Κι είναι η μαχαιριά βαθιά
κι αβάσταχτος ο πόνος,
που δεν τη γιαίνει ο καιρός
κι ο περασάρης χρόνος…
Άντρα εβρήκε ο Χάροντας
που μύριζ’ όπου επάθειε
κι απού στη στράτα τσ’ αθρωπιάς
και στση τιμής επάθειε…
Και την αμάδα έρριξε
στο Γιώργη Γουλιελμάκη
κι όσοι τονε γνωρίζανε
είναι να πιουν φαρμάκι…
Αντροϋνοξεχωριστή
Χάροντα βερεμιάρη,
να μπόρειε τη γυναίκα σου
κιανείς να σου την πάρει…
Μ’ ένα κοντάρι αμάλαγο
να τηνε κονταρέψει
και την καρδιά σου τη σκληρή
πολύ να την πεδέψει…
Και να σ’ αφήσει μοναχό,
Χάρε, να ιδείς κιμέτι,
να ιδείς πώς είν’ η μαχαιριά
ετουτηνά στο μπέτη…
Δεν έχεις, Χάρε, αδερφούς,
γιους, μούδε και πατέρα,
για κείνο κονταροχτυπάς
τσ’ αθρώπους κάθα μέρα…
Κι η αφεντιά σου κόπιασε
κατσά κατσά και πάλι
και στη Γαλιά εσκόρπισε
θλίψη πολλά μεγάλη…
Χάρε, μα πε μου να χαρείς,
φιλότιμο δεν έχεις;
Να ξεκληρίζεις τσι γεννιές,
ετούτο πώς τ’ αντέχεις…
Τσ’ αθρώπους τσι μπαινάμικους
γιάντα παραγαδεύγεις;
Γιάντα σημάδι τσι καλούς
βάνεις και τσι σαϊτεύγεις…
Χάρε, παρέα ήθελες
μπαινάμικη στον Άδη,
για κείνο άντρα τση πρεπιάς
έβαλες στο σημάδι…
Πρέπει παρέα ήθελες
καλομπεγεντισμένη
κι έβαλες στο σημάδι σου
Γαλιά Φανερωμένη…
Δεν έχεις όσιο κι ιερό,
μούδε καταλαβαίνεις
και στα καλά αντρόυνα
αναμεσώς τως μπαίνεις…
Και ξεχωρίζεις κύρηδες
καλούς απ’ τα κοπέλια
και κάνεις ξεκουρμούλωση
σπίθια ’πό τα θεμέλια…
Διάλε τον τόπο που πατείς,
διάλε τη δούλεψή σου,
Χάρε σκληρέ, να πόθαινε
κι εσένα το κορμί σου…
Και να σε πετσοσέρνουνε
μ’ ένα σκοινί δεμένο,
να ιδείς κιμέτι, Χάροντα,
κι είντα ’χεις καωμένο…
Να πας ν’ αλλαργοξοριστείς
μέσα στο μαύρο κύμα,
μην ξαναβάλεις τση πρεπιάς
αθρώπους μες στο μνήμα…
Εις τη Γαλιά τα πόδια σου
μην τα ξαναπατήσεις,
με μαύρα ρούχα κι άραχνα
να μην την ξαναντύσεις…».







