Ακρίβεια: Πόσο θα κοστίζει το σουβλάκι τον Ιούνιο – Το ράλι στις τιμές του κρέατος λόγω τουρισμού
Αντιμέτωποι με νέες ανατιμήσεις ενδέχεται να βρεθούν το επόμενο διάστημα οι καταναλωτές στην Αττική, καθώς το ιδιαίτερα δημοφιλές σουβλάκι δείχνει να ακολουθεί ξανά ανοδική πορεία στις τιμές, υπό την πίεση διεθνών και εγχώριων παραγόντων.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου, η οποία –εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή– ξεπέρασε ακόμη και τα 125 δολάρια το βαρέλι μέσα στην εβδομάδα, αγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων ετών. Η διατήρηση του brent πάνω από το όριο των 100 δολαρίων επιβαρύνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων εστίασης, από τις μεταφορές μέχρι την ενέργεια.
Παράλληλα, η έναρξη της τουριστικής περιόδου αυξάνει τη ζήτηση για πρώτες ύλες, κυρίως κρέας, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στην αγορά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις επαγγελματιών που μίλησαν στο enikonomia.gr, μέσα στον Μάιο ή το αργότερο τον Ιούνιο αναμένεται νέα αύξηση της τάξης του 5% έως 6% στις τιμές της πίτας γύρου χοιρινού και κοτόπουλου, δηλαδή επιβάρυνση περίπου 0,20 έως 0,30 ευρώ ανά τεμάχιο.
Εφόσον οι διεθνείς συνθήκες δεν βελτιωθούν –με πιθανή αποκλιμάκωση της κρίσης ή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που θα επηρεάσει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ– οι επαγγελματίες εκτιμούν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η τιμή μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 4,50 ευρώ για μία πίτα γύρο.
Ο πρόεδρος των ψητοπωλών Αττικής, Νίκος Αγγελοσούλης, περιγράφει την τρέχουσα εικόνα της αγοράς, σημειώνοντας πως ήδη έχουν καταγραφεί αυξήσεις σε βασικά προϊόντα. Όπως αναφέρει στο enikonomia.gr, το καλαμάκι χοιρινό ή κοτόπουλο (σερβιρισμένο με πίτα ή ψωμί) διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 2,50 ευρώ, από 2,30 ευρώ που κόστιζε πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, δηλαδή πριν την έναρξη των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Σε ό,τι αφορά την πίτα με γύρο χοιρινό ή κοτόπουλο για take away, οι τιμές κινούνται σήμερα μεταξύ 3,70 και 4,20 ευρώ, έναντι περίπου 3,50 ευρώ που ίσχυαν προγενέστερα. Οι επαγγελματίες του κλάδου επισημαίνουν ότι η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων εξαρτάται πλέον άμεσα από τη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω προσαρμογών.






