Ηράκλειο: Καταγγελία για «αστυνομική αυθαιρεσία» – Προσήγαγαν κοινωνική λειτουργό την ώρα του καθήκοντος
Σοβαρό περιστατικό που αφορά την προσαγωγή κοινωνικής λειτουργού στο Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Ηρακλείου καταγγέλλει το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ), κάνοντας λόγο για αυθαίρετη και δυσανάλογη μεταχείριση.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το περιστατικό σημειώθηκε στις 6 Μαρτίου 2026, όταν η εργαζόμενη –μέλος του Συνδέσμου και γενική γραμματέας του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης– χειριζόταν υπόθεση πολίτη σε ψυχική κρίση. Όπως αναφέρεται, είχε ήδη κινηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, με ενημέρωση της Εισαγγελίας και έκδοση εντολής για ακούσια ψυχιατρική εκτίμηση.
Ωστόσο, κατά την εξέλιξη της υπόθεσης, αστυνομικός φέρεται να επέμεινε στην καταγραφή της κοινωνικής λειτουργού ως «καταγγέλλουσας», παρά τις διευκρινίσεις ότι ενεργούσε αποκλειστικά στο πλαίσιο των υπηρεσιακών της καθηκόντων. Η άρνησή της να αποδεχθεί αυτή την ιδιότητα οδήγησε –σύμφωνα με την καταγγελία– στην προσαγωγή της στο Αστυνομικό Μέγαρο για εξακρίβωση στοιχείων.
Ο ΣΚΛΕ υποστηρίζει ότι η ενέργεια αυτή συνιστά παρεμπόδιση της άσκησης κοινωνικής εργασίας και προσβολή της επαγγελματικής υπόστασης της εργαζόμενης, ενώ παράλληλα εγείρονται ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και τήρησης του απορρήτου.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για τον χειρισμό της περίπτωσης του πολίτη, ο οποίος –όπως σημειώνεται– παρέμεινε στον χώρο του Αστυνομικού Μεγάρου, παρά την εκκρεμή εισαγγελική εντολή για άμεση ψυχιατρική εκτίμηση, γεγονός που χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη καθυστέρηση στη φροντίδα του.
Στην ανακοίνωση γίνεται επίσης λόγος για εκφοβιστική μεταχείριση, με αναφορές σε πιέσεις προς την εργαζόμενη, ενώ το περιστατικό εντάσσεται –κατά τον Σύνδεσμο– σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υποστελέχωσης και πίεσης στις κοινωνικές υπηρεσίες.
Το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης του ΣΚΛΕ έχει απευθύνει σχετική επιστολή διαμαρτυρίας προς την Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου, ζητώντας να μην επαναληφθούν παρόμοια περιστατικά, ενώ η υπόθεση έχει κοινοποιηθεί και στον Δήμο Ηρακλείου καθώς και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών.
Η καταγγελία όπως κατατέθηκε από το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης του ΣΚΛΕ:
«Το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ΝΠΔΔ (ΣΚΛΕ) εκφράζει την έντονη διαμαρτυρία του και καταγγέλλει το σοβαρό περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας που σημειώθηκε στο Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Ηρακλείου, εις βάρους εξυπηρετούμενου και κοινωνικής λειτουργού, μέλους μας και εκλεγμένης Γενικής Γραμματέα του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης του ΣΚΛΕ, με την πρωτοφανή κατάληξη την προσαγωγή της στο Αστυνομικό Μέγαρο.
Το σοβαρό αυτό περιστατικό έλαβε χώρα την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026 στο χώρο του Κέντρου Ένταξης Μεταναστών της Δ/νσης Κοινωνικής Ανάπτυξης του Δήμου Ηρακλείου, κατά το οποίο η Κοινωνική Λειτουργός της υπηρεσίας, ενεργώντας στο πλαίσιο των υπηρεσιακών και επιστημονικών της καθηκόντων για την υποστήριξη ωφελούμενου προγράμματος του Δήμου, ο οποίος αιτήθηκε βοήθειας -λόγω ψυχικής ευαλωτότητας και πιθανότητας αυτοκαταστροφής- και αφού είχαν ήδη κινηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες, σε συνεργασία με την αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών και εκδοθεί σχετική εισαγγελική παραγγελία για την ακούσια ψυχιατρική του εξέταση, υπέστη αυθαίρετη και δυσανάλογη μεταχείριση από αστυνομικούς υπαλλήλους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της άσκησης του έργου της και κατάληξη την προσαγωγή της στο Αστυνομικό Μέγαρο!
Συγκεκριμένα, η συνάδελφος, βάσει τεκμηριωμένης εκτίμησης κινδύνου και της υποχρέωσης που απορρέει από την επιστήμη και τη δεοντολογία της Κοινωνικής Εργασίας, καθώς η παρέμβαση της εντάσσεται στον πυρήνα της κοινωνικής εργασίας ως επιστημονική πρακτική που θεμελιώνεται στη συνηγορία υπέρ της ζωής, της υγείας και της αξιοπρέπειας των εξυπηρετούμενων, ενημέρωσε εγγράφως για την κατάσταση του εν λόγω πολίτη σε κατάσταση κρίσης την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ηρακλείου, η οποία εξέδωσε και απέστειλε σχετική εντολή στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα Ηρακλείου για μεταφορά του στην εφημερεύουσα ψυχιατρική κλινική για ακούσια ψυχιατρική εκτίμηση. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας για ακούσια ψυχιατρική εκτίμηση αποτελεί θεσμοθετημένη διαδικασία κοινωνικής προστασίας η οποία περιλαμβάνει ενίοτε τη συνεργασία των Κοινωνικών Υπηρεσιών με τις κατά τόπους Εισαγγελίες, αλλά πάντοτε την εκτέλεση της σχετικής εντολής από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές οι οποίες απαιτείται να συνοδεύσουν το ασθενοφόρο που μεταφέρει τον πολίτη προς εξέταση.
Παρά την εισαγγελική παραγγελία και τις επανειλημμένες διευκρινίσεις -τόσο της κοινωνικής λειτουργού όσο και της γραμματείας της Εισαγγελίας- ότι η αρμοδιότητα της κοινωνικής λειτουργού ήταν αποκλειστικά υπηρεσιακή μέσω διαβίβασης σχετικού ενημερωτικού σημειώματος προς την Εισαγγελία με αναφορά στην ψυχική κατάσταση του πολίτη και όχι κάποια προσωπική καταγγελία, ο αστυνομικός υπάλληλος επέμεινε στην απαίτηση επίδειξης των στοιχείων της προκειμένου να καταγραφεί ως «καταγγέλλουσα». Αφού η συνάδελφος διευκρίνισε την ένσταση της, ως όφειλε, στο να καταγραφεί ψευδώς ότι η ίδια κάλεσε την Άμεση Δράση ως καταγγέλλουσα, απειλήθηκε με προσαγωγή και τελικώς οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Μέγαρο για εξακρίβωση στοιχείων.
Η απόφαση προσαγωγής της συνοδεύτηκε από πολύωρη απομάκρυνση της εργαζόμενης από τα καθήκοντά της, χωρίς να της γνωστοποιηθεί σαφής υπηρεσιακή αιτιολόγηση. Εξ’ ορισμού μια διαδικασία με τέτοια χαρακτηριστικά καταλήγει να είναι εκφοβιστική και αυτόν τον χαρακτήρα δυστυχώς ενίσχυσαν και λεκτικές παραινέσεις εκβιαστικού τύπου, όπως π.χ. όταν λέχθηκε στην συνάδελφο ότι εφόσον ζητούσε συγγνώμη από τον συγκεκριμένο αστυνομικό υπάλληλο ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας, θα απέφευγε το Αυτόφωρο.
Η παραπάνω μεταχείριση, η αυθαίρετη και επίμονη όμως αντιμετώπιση της εργαζόμενης ως «κατεγγέλουσας», μάλιστα εις βάρος του εξυπηρετούμενου της υπηρεσίας της, και όχι ως επαγγελματία που συνδράμει στην στήριξη του, είναι πρωτοφανής και παράλληλα η αναίτια προσαγωγή της στο Αστυνομικό Μέγαρο για εξακρίβωση στοιχείων και οι απειλές με αυτόφωρη διαδικασία για «απείθεια» δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο.
Επίσης ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι όσο η συνάδελφός μας βρισκόταν στο Αστυνομικό Μέγαρο, ο πολίτης παρέμενε στον χώρο του Αστυνομικού Μεγάρου αναιτιολόγητα. Η παραμονή ενός ατόμου με φερόμενο αυτοκτονικό ιδεασμό στον χώρο του Αστυνομικού Μεγάρου —ενώ εκκρεμούσε εντολή για άμεση ψυχιατρική εκτίμηση— συνιστά επικίνδυνη ολιγωρία. Με αυτή την πρακτική, όχι μόνο αγνοήθηκε η επείγουσα ιατρική ανάγκη, αλλά γκρεμίστηκε βίαια η σχέση εμπιστοσύνης που είχε οικοδομήσει η επαγγελματίας. Η επιστημονική προσπάθεια για τη διασφάλιση της συνεργασίας του εξυπηρετούμενου ακυρώθηκε στην πράξη, αυξάνοντας τον κίνδυνο υποτροπής και εκθέτοντας τον άνθρωπο σε μια επώδυνη και άσκοπη αστυνομική εμπειρία αντί για την προβλεπόμενη φροντίδα υγείας. Χρειάζεται επίσης να τονίσουμε ότι η μεταχείριση ανθρώπων σε κατάσταση ψυχικής κρίσης ως «περιστατικών» και όχι ως υποκειμένων δικαιωμάτων αντιβαίνει στις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της κοινωνικής προστασίας και της πρόσβασης σε κατάλληλες υπηρεσίες Υγείας.
Το περιστατικό αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τις συνολικές συνθήκες αποδυνάμωσης των Κοινωνικών Υπηρεσιών. Οι κοινωνικές υπηρεσίες τόσο των δήμων όσο και στα υπόλοιπα πλαίσια λειτουργούν σε συνθήκες διαρκούς υποστελέχωσης και εντατικοποίησης, ενώ οι εργαζόμενοι —και ιδιαίτερα οι συμβασιούχοι— καλούνται να διαχειριστούν σύνθετες κοινωνικές και ψυχικές ανάγκες χωρίς καν την αναγκαία θεσμική θωράκιση. Σε αυτό το πλαίσιο, περιστατικά σαν το αναφερόμενο δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η παρεμπόδιση της άσκησης κοινωνικής εργασίας και η αυθαίρετη μεταχείριση λειτουργούν ως πρόσθετοι παράγοντες πίεσης και ανασφάλειας τόσο για τους/τις κοινωνικούς/ές λειτουργούς, όσο και για τις κοινότητες στις οποίες εργάζονται.
Επομένως, θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν συνιστά απλώς μια λανθασμένη υπηρεσιακή πρακτική, αλλά ευθεία παρεμπόδιση της άσκησης κοινωνικής φροντίδας και σοβαρή προσβολή της επαγγελματικής υπόστασης των εργαζομένων, ενώ παράλληλα καταλύθηκε το απόρρητο προσωπικών δεδομένων του εξυπηρετούμενου και διαταράχθηκε η υπηρεσιακή λειτουργία του Κέντρου Ένταξης Μεταναστών.
Τονίζουμε ότι η Κοινωνική Εργασία αποτελεί επιστημονική και επαγγελματική πρακτική που θεμελιώνεται στις αρχές της συνηγορίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας. Οτιδήποτε προσομοιάζει σε ποινικοποίηση της κοινωνικής παρέμβασης και η αυθαίρετη παρεμπόδιση της άσκησης επιστημονικής κρίσης ή πράξεις εκφοβισμού δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Περιφερειακό Συμβούλιο απευθύνθηκε με επιστολή διαμαρτυρίας στην Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου προκειμένου να μην επαναληφθεί κανένα παρόμοιο περιστατικό. Παράλληλα η σχετική επιστολή έχει κοινοποιηθεί στους εμπλεκόμενους στο φορείς όπως ο Δήμος Ηρακλείου και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ηρακλείου.
Οι Κοινωνικοί/ές Λειτουργοί συλλογικά, μαζί με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά μας να εργαζόμαστε με επιστημονική επάρκεια, αξιοπρέπεια και ασφάλεια».
Σημειώνεται ότι ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.4387/2016 & 4488/2017), εκπροσωπεί επιστημονικά και επαγγελματικά το σύνολο των Κοινωνικών Λειτουργών της χώρας. Το Περιφερειακό Τμήμα Κρήτης του ΣΚΛΕ αποτελεί ένα από τα 13 Περιφερειακά Τμήματα ανά την επικράτεια και όργανο διοίκησης του είναι το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης.







