Ελληνική οικονομία: «Φρένο» στην ανάπτυξη βλέπει το ΔΝΤ – Οι απειλές από τη Μέση Ανατολή
Σε αναπροσαρμογή των εκτιμήσεών του για την πορεία της ελληνικής οικονομίας προχώρησε το ΔΝΤ, μειώνοντας την πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάπτυξης το 2026 στο 1,8% από 2% που είχε εκτιμηθεί προηγουμένως.
Η αλλαγή αυτή αποδίδεται κυρίως στις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις τιμές της ενέργειας και τη δυναμική της παγκόσμιας ζήτησης.
Παρά τη συγκρατημένη αυτή αναθεώρηση, το Ταμείο διατηρεί μια γενικά θετική στάση για τις προοπτικές της χώρας. Όπως επισημαίνεται, βασικοί πυλώνες στήριξης παραμένουν η εσωτερική κατανάλωση και οι επενδύσεις που υλοποιούνται μέσω του ευρωπαϊκού προγράμματος NextGenerationEU (NGEU), το οποίο συνεχίζει να ενισχύει τη χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι που εντοπίζονται δεν είναι αμελητέοι. Σύμφωνα με την ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του ενεργειακού κόστους, να περιορίσει την ιδιωτική κατανάλωση, να επηρεάσει αρνητικά τον τουριστικό τομέα και να μειώσει τις εισροές κεφαλαίων προς τη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται ότι τυχόν κρατικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των ενεργειακών επιβαρύνσεων θα πρέπει να έχουν στοχευμένο και προσωρινό χαρακτήρα, ώστε να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας το 2025 καταγράφεται ως ιδιαίτερα ανθεκτική. Ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 2,1%, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,3%, επίπεδο που συγκαταλέγεται στα χαμηλότερα των τελευταίων ετών. Ο πληθωρισμός παρέμεινε στο 3,1%, καταδεικνύοντας ωστόσο επιμονή στις τιμολογιακές πιέσεις. Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 4,4% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος περιορίστηκε κοντά στο 145% του ΑΕΠ, σημειώνοντας σημαντική αποκλιμάκωση σε σχέση με το 2020.
Καθοριστική ήταν και η συμβολή του τουρισμού, ο οποίος κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις, ενισχύοντας τα δημόσια έσοδα και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, ο τραπεζικός τομέας εμφανίζει βελτιωμένη εικόνα, με ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και αυξημένη ροή χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, πάντως, το ΔΝΤ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης σε επίπεδα κοντά στο 1,5%. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως το δημογραφικό πρόβλημα, η χαμηλή παραγωγικότητα και οι περιορισμένες επενδύσεις. Την ίδια ώρα, οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να επιμείνουν, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ενδέχεται να διευρυνθεί βραχυπρόθεσμα εξαιτίας του αυξημένου ενεργειακού κόστους.
Στις συστάσεις του, το Ταμείο δίνει έμφαση στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και στη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στην αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, που μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για βιώσιμη ανάπτυξη.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στο ζήτημα της στέγασης, με το ΔΝΤ να επισημαίνει την ανάγκη αύξησης της προσφοράς κατοικιών και την ανάπτυξη πολιτικών κοινωνικής στέγασης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυξανόμενες πιέσεις στην αγορά ακινήτων.
Συνολικά, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο θωρακισμένη σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο το ασταθές διεθνές περιβάλλον και ιδιαίτερα οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο παράγοντα που μπορεί να επιβραδύνει την αναπτυξιακή της πορεία τα επόμενα χρόνια.






