Κάνναβη και Ψυχική Υγεία: Η μεγάλη ανατροπή – Δύο νέες έρευνες «γκρεμίζουν» τον μύθο της θεραπευτικής δράσης
Η χρήση κάνναβης, είτε για ιατρικούς είτε για ψυχαγωγικούς σκοπούς, δεν φαίνεται να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στα συμπτώματα βασικών ψυχικών διαταραχών, σύμφωνα με δύο μεγάλες μετα-αναλύσεις κλινικών δοκιμών υψηλών επιστημονικών προδιαγραφών.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν πως οποιαδήποτε μορφή κάνναβης μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για τη θεραπεία του άγχους, της κατάθλιψης ή της διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD).
Τα συμπεράσματα αυτά προκαλούν προβληματισμό, καθώς οι συγκεκριμένες παθήσεις αποτελούν από τους συχνότερους λόγους για τους οποίους συνταγογραφείται σήμερα η ιατρική κάνναβη σε αρκετές χώρες. Ο Jack Wilson, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Κέντρο Matilda του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ και επικεφαλής μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Lancet Psychiatry, επισημαίνει ότι η ανάλυση 54 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών από το 1980 έως το 2025 δεν κατέδειξε ουσιαστική βελτίωση ούτε σε άλλες ψυχιατρικές παθήσεις.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η νευρική ανορεξία, η διπολική διαταραχή, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD) και διάφορες ψυχωσικές διαταραχές, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για τη θεραπευτική αξία της κάνναβης στον τομέα της ψυχικής υγείας.
Την ίδια στιγμή, οι επιστήμονες επισημαίνουν μια σημαντική αντίφαση ανάμεσα στα επιστημονικά δεδομένα και τη νομοθεσία. Ο Deepak Cyril D’Souza, καθηγητής Ψυχιατρικής στο Yale και επικεφαλής σχετικής μελέτης που δημοσιεύθηκε στο JAMA, υπογραμμίζει ότι ενώ τα ερευνητικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν τη χρήση κάνναβης για ψυχιατρικούς λόγους, σχεδόν κάθε πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπει τη συνταγογράφησή της για τέτοιες παθήσεις. Όπως σημειώνει, αρκετοί γιατροί εξακολουθούν να τη χορηγούν, παρά την έλλειψη σαφών αποδείξεων αποτελεσματικότητας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εγείρονται και ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς η βιομηχανία κάνναβης συνδέεται με μέρος της σχετικής έρευνας.
Παράλληλα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η χρήση κάνναβης μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους, ιδιαίτερα για νεότερες ηλικίες και ευάλωτες ομάδες. Η συστηματική κατανάλωση ισχυρών προϊόντων κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενήλικη ζωή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Επιπλέον, σε άτομα με διαταραχές διάθεσης, η χρήση έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο αυτοτραυματισμού και απόπειρας αυτοκτονίας.
Ιδιαίτερα αυξημένος φαίνεται να είναι ο κίνδυνος για όσους έχουν οικογενειακό ιστορικό ψυχώσεων, καθώς η καθημερινή χρήση προϊόντων υψηλής περιεκτικότητας μπορεί να αυξήσει έως και έξι φορές την πιθανότητα εμφάνισης σχιζοφρένειας.
Οι επιστήμονες τονίζουν επίσης ότι η ισχύς της κάνναβης έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η περιεκτικότητα σε THC – τη βασική ψυχοδραστική ουσία – έχει αυξηθεί από περίπου 4% τη δεκαετία του 1970 σε μέσο όρο 20% σήμερα, ενώ ορισμένα συμπυκνωμένα προϊόντα φτάνουν ακόμη και το 80%. Η αυξημένη δραστικότητα συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα εθισμού, με εκτιμήσεις να δείχνουν ότι περίπου 3 στους 10 χρήστες στις ΗΠΑ εμφανίζουν διαταραχή χρήσης κάνναβης, η οποία συνοδεύεται από συμπτώματα στέρησης όπως ευερεθιστότητα, αϋπνία και έντονη επιθυμία για χρήση.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι για την αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας εξακολουθούν να προτείνονται θεραπείες με τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, όπως η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και η χρήση εγκεκριμένων φαρμακευτικών αγωγών, όπως οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), που παραμένουν βασικές επιλογές στη σύγχρονη ψυχιατρική πρακτική.







