Σε μια ορεινή γωνιά του νότιου Ρεθύμνου, μακριά από τους ρυθμούς των μεγάλων αστικών κέντρων, υλοποιήθηκε μια πρωτοβουλία που συνδυάζει φωτογραφία άγριας ζωής, προστασία βιοποικιλότητας και επιστροφή στον τόπο καταγωγής.
Η Γεωργία Αντωνάκη, έπειτα από χρόνια ζωής και επαγγελματικής δραστηριότητας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Αγκουσελιανά Ρεθύμνης, όπου δημιούργησε το πρώτο οργανωμένο hide στην Κρήτη, συνοδευόμενο από έναν κρίσιμο σταθμό νερού για γύπες, όπως γράφει το lifo.gr .
Το hide –ένας ειδικά διαμορφωμένος χώρος παραμονής μέσα στη φύση– επιτρέπει σε φωτογράφους και παρατηρητές να βρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με την άγρια πανίδα, χωρίς να προκαλούν όχληση. Η λειτουργία του βασίζεται στην απόλυτη ησυχία και στην αόρατη παρουσία του ανθρώπου, ώστε τα ζώα να κινούνται φυσικά στον χώρο. Παρόμοιες υποδομές υπάρχουν σε περιορισμένο βαθμό στη Βόρεια Ελλάδα, ωστόσο στην Κρήτη η συγκεκριμένη πρακτική μέχρι σήμερα απουσίαζε.
Η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης εγκατάστασης δεν περιορίζεται στον φωτογραφικό της χαρακτήρα. Σε άμεση γειτνίαση, η Γεωργία Αντωνάκη δημιούργησε έναν σταθμό παροχής νερού, με στόχο να αντιμετωπιστεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα επιβίωσης των γυπών, ειδικά κατά τους θερινούς μήνες, όταν η αφυδάτωση απειλεί άμεσα τους πληθυσμούς τους. Πρόκειται για μια παρέμβαση με σαφές οικολογικό όφελος, που ενισχύει τη διατήρηση της άγριας ζωής χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Η ίδια μεγάλωσε στο Ρέθυμνο και έφυγε από την Κρήτη για σπουδές στην Αισθητική και Κοσμετολογία στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησαν χρόνια ζωής στην Αθήνα, όπου δημιούργησε το δικό της κέντρο αισθητικής. Παρά την επαγγελματική σταθερότητα, η ανάγκη για επαφή με τη φύση γινόταν όλο και πιο έντονη, οδηγώντας τη σε συχνά ταξίδια και σε μια σταδιακή αναθεώρηση προτεραιοτήτων.

Η απόφαση της επιστροφής ωρίμασε στις αρχές του 2025. Όπως περιγράφει, δεν επρόκειτο για μια παρόρμηση, αλλά για μια συνειδητή επιλογή ζωής. Η επιθυμία να ζει καθημερινά μέσα στο φυσικό τοπίο της Κρήτης –στις βουνοκορφές, τα φαράγγια, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό– υπερίσχυσε της αστικής άνεσης. Για το περιβάλλον της, η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε άλλοτε ως τόλμη και άλλοτε ως ρίσκο· για την ίδια, ήταν μια επιστροφή στις ρίζες.
Η προσαρμογή στην επαρχία, όπως επισημαίνει, δεν είχε τίποτα το εξιδανικευμένο. Μοναχικές περίοδοι, πρακτικά εμπόδια και επαγγελματική αυτονομία χωρίς δίκτυα στήριξης ήταν μέρος της καθημερινότητας. Ωστόσο, ο χρόνος απέκτησε άλλη ποιότητα και η φύση έπαψε να λειτουργεί ως σκηνικό, μετατρεπόμενη σε βασικό άξονα ζωής και εργασίας.
Με πολυετή εμπειρία στη φωτογράφιση άγριων ζώων και στο birdwatching, η αρχική της σκέψη ήταν η οργάνωση εξορμήσεων παρατήρησης. Η πραγματικότητα όμως της κρητικής υπαίθρου ανέδειξε μια πιο επείγουσα ανάγκη: τη στήριξη της άγριας πανίδας σε συνθήκες κλιματικής πίεσης. Έτσι, η ιδέα του hide συνδέθηκε άρρηκτα με την περιβαλλοντική δράση.

Ο χώρος που δημιουργήθηκε φιλοξενεί έως έξι άτομα και έχει σχεδιαστεί για πολύωρη παραμονή, με εργονομικές καρέκλες, δυνατότητα ανάπαυσης, παροχή ροφημάτων και αυτόνομη ηλεκτρική ενέργεια μέσω power station. Στοιχεία που σπανίζουν ακόμη και σε αντίστοιχες εγκαταστάσεις του εξωτερικού. Παράλληλα, δόθηκε έμφαση στην καθολική προσβασιμότητα, με πλήρη υποδομή για άτομα με κινητικά προβλήματα, ειδικά διαμορφωμένη τουαλέτα και άνετους χώρους κίνησης.
Από φωτογραφικής άποψης, το hide προσφέρει πολλαπλές γωνίες λήψης, ειδικά ανοίγματα, low-angle θέσεις και ειδικά τζάμια που εξασφαλίζουν σταθερότητα και άνεση. Ο ενσωματωμένος σταθμός νερού λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ της άγριας ζωής, ενισχύοντας τη βιοποικιλότητα χωρίς ανθρώπινη όχληση. Το αποτέλεσμα είναι μια υποδομή που χαρακτηρίζεται ως πρωτότυπη σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ζωή στο χωριό, όπως την περιγράφει, διατηρεί έναν δικό της παλμό. Τον χειμώνα κυριαρχεί η σιωπή, οι πεζοπορίες και η παρατήρηση πουλιών, μαζί με αγροτικές εργασίες και συζητήσεις με τους ηλικιωμένους κατοίκους. Το καλοκαίρι, ο τόπος ζωντανεύει με επισκέπτες, φίλους και κοινωνική κίνηση. Στα πλεονεκτήματα συγκαταλέγονται η ποιότητα ζωής και ο χρόνος· στα μειονεκτήματα, οι περιορισμένες υποδομές και η επαγγελματική μοναχικότητα.
Η Αθήνα, όπως λέει, παραμένει μέρος της ζωής της, χωρίς η απόσταση να λειτουργεί αποτρεπτικά. Αν κάτι θα ήθελε να αλλάξει στον τόπο της, αυτό αφορά τη μεγαλύτερη φροντίδα για τα ζώα, την προστασία του περιβάλλοντος και την ουσιαστική στήριξη όσων επιλέγουν να ζήσουν ή να επιστρέψουν στην περιφέρεια, με υποδομές που σέβονται τον χαρακτήρα του τόπου.
Σε όσους σκέφτονται μια αντίστοιχη επιλογή, η συμβουλή της είναι απλή: η ζωή είναι μικρή και οι αποφάσεις δεν χρειάζεται να είναι απόλυτα ασφαλείς για να είναι σωστές. Αυτό που έχει σημασία είναι να υπηρετούν την αίσθηση ότι ζεις ουσιαστικά.







