Ξεκαθαρίζει η Μαρία Καρυστιανού μετά τις αντιδράσεις για τη Χίο: «Η λέξη εισβολή μετατράπηκε σκόπιμα σε εισβολείς»
Απάντηση στις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε πρόσφατη ανάρτησή της για την τραγωδία στη Χίο με τους 15 νεκρούς έδωσε η Μαρία Καρυστιανού, μέσω νέας δημόσιας τοποθέτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Υπενθυμίζεται ότι την Παρασκευή η Μαρία Καρυστιανού είχε αναφερθεί, σε ανακοίνωσή της για τα τραγικά γεγονότα, στη φράση «για την αποτροπή των παράνομων εισβολών», διατύπωση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και πλήθος επικριτικών σχολίων στα social media, με αρκετούς να της αποδίδουν θέσεις που – όπως η ίδια τονίζει – δεν εξέφρασε ποτέ.
Στη νέα της ανάρτηση ξεκαθαρίζει ότι έγινε σκόπιμη διαστρέβλωση των λόγων της, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως η λέξη «εισβολή», με την έννοια πράξης οργανωμένης από διακινητές, «μετατράπηκε σε… εισβολείς», με τον ισχυρισμό ότι δήθεν δικαίως χάθηκαν άνθρωποι στη θάλασσα.
Όπως αναφέρει, μετά την έναρξη της διαδικασίας συγκρότησης του Κινήματός της, κάθε δημόσια τοποθέτησή της παρερμηνεύεται εσκεμμένα, με στόχο – όπως υποστηρίζει – είτε να σιωπήσει είτε να προκληθεί διχασμός στην κοινωνία. «Αν σκοπός είναι να μείνω βουβή, δεν θα το πετύχουν», τονίζει.
Η Μαρία Καρυστιανού υπογραμμίζει ότι παραμένει ενεργή πολίτης που αγωνίζεται για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και το «ευ ζην» όλων, ενώ ξεκαθαρίζει με έμφαση ότι, ως παιδίατρος, δεν θα μπορούσε ποτέ να ταχθεί υπέρ του θανάτου ανθρώπων και ιδιαίτερα παιδιών, στη θεραπεία των οποίων έχει αφιερώσει τη ζωή της.
Παρομοιάζοντας την τραγωδία στη Χίο με εκείνη των Τεμπών, αναφέρει ότι πρόκειται για ζωές που κόπηκαν απότομα και καλεί σε προβληματισμό για το ποιοι εργαλειοποιούν κατατρεγμένους ανθρώπους, ποιοι ευθύνονται για πολέμους, δυστυχία και ξεριζωμό, αλλά και για όσους – όπως σημειώνει – μετατρέπουν την Ελλάδα σε «επί πληρωμή αποθήκη ψυχών».
Στην ανάρτησή της επαναλαμβάνει τον όρκο που είχε δώσει για τη δικαίωση του παιδιού της, δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει να παλεύει για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη «με όση φωνή έχει», για όλα τα παιδιά, για όλους τους γονείς και για κάθε ανθρώπινο δικαίωμα.
Κλείνοντας, περιγράφει το όραμά της για μια ελεύθερη κοινωνία δικαίου, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται πάνω από όλα, η ασφάλεια και η ευημερία είναι δεδομένες και η χώρα λειτουργεί ως «μεγάλη αγκαλιά» που κρατά τα παιδιά της και φέρνει πίσω όσα αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. «Σε κάθε ερώτηση η μόνη απάντηση είναι: ο άνθρωπος. Το καλό θα νικήσει», καταλήγει.







