FIR Αθηνών: Ραντάρ του 1999, αναβάθμιση το 2029 και κόστος που διπλασιάστηκε – Η Ελλάδα κινδυνεύει με νέα παραπομπή
Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από το μπλακ αουτ που σημειώθηκε στο FIR Αθηνών, όταν και φάνηκαν οι δραματικές ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας, όμως τα προβλήματα φαίνεται ότι δεν έχουν τέλος αναφορικά με την αναβάθμιση της αεροναυτιλίας.
Είναι άλλωστε ενδεικτικό, ότι εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, δεν έχει ολοκληρωθεί το έργο της αναβάθμισης επτά θέσεων ραντάρ, καθώς και του συστήματος επεξεργασίας δεδομένων πτήσεων. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί -το νωρίτερο- το καλοκαίρι του 2029 κι ενώ ο προϋπολογισμός του, έχει σχεδόν διπλασιαστεί.
128 εκατομμύρια ευρώ
Η υπόθεση αναδεικνύεται από σύσκεψη της επιτροπής Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) που συνήλθε στις 6 Νοεμβρίου 2025.
Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν η παροχή σύμφωνης γνώμης για την προσφυγή της ΥΠΑ στη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού για την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών με αντικείμενο «την αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Εναέριας Επιτήρησης (Radar) και του Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων (DPS) της ΥΠΑ…», συνολικής εκτιμώμενης αξίας 128.936.992 ευρώ, περιλαμβανομένου δικαιώματος προαίρεσης χωρίς ΦΠΑ.
Η αναβάθμιση αφορά επτά θέσεις ραντάρ σε Μερέντα, Καμάρα, Υμηττό, Πήλιο, Κύθηρα, Λευκάδα και Ελληνικό.
Όπως σημειώνεται στην επίμαχη γνώμη της ΕΑΔΗΣΥ, το υφιστάμενο δίκτυο ραντάρ και το σύστημα (DPS) της ΥΠΑ, που έχει ως βασικό κορμό το σύστημα DPS «Pallas» της Thales, «εγκαταστάθηκε και εξελίχθηκε διαχρονικά σε διαδοχικές φάσεις, βασιζόμενο στα πνευματικά δικαιώματα της κατασκευάστριας εταιρείας Thales LAS France SAS».
Καταδίκη
Πρόκειται για αναβαθμίσεις που σύμφωνα με τη γνώμη της ΕΑΔΗΣΥ, «αποτελούν αναγκαία βήματα» για την άρση της παράβασης που αφορά τη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Mode S, καθώς και «για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Απριλίου 2024… αναφορικά με την μη εκπλήρωση ζεύξης δεδομένων (DLS) Αεροναυτιλίας…».
«Θα περιορίσει τα κόστη συντήρησης»
Οι ανάγκες αναβάθμισης αποτυπώθηκαν και στο ολιστικό σχέδιο (action plan) 364 σημείων που έχει εκπονηθεί και συντονίζεται από τον υπουργό Μεταφορών και υλοποιείται με την εποπτεία της DG Move και του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Αεροπορική Ασφάλεια, για την άρση των παραβάσεων και την κανονιστική συμμόρφωση της χώρας προς αποφυγή κλιμάκωσης των κυρώσεων και την επιβολή ποινών και προστίμων.
Σύμφωνα με την ΕΑΔΗΣΥ, η επίμαχη αναβάθμιση «θα περιορίσει τα κόστη συντήρησης και τις δυσχέρειες ανεύρεσης ανταλλακτικών σε συστήματα, τα οποία έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα τυπικά όρια του κύκλου ζωής τους».
Ιστορικό
Το συγκεκριμένο σύστημα Pallas της Thales εγκαινιάστηκε το μακρινό 1999.
Έπειτα από ορισμένες αναβαθμίσεις, το 2017, το υπουργείο Υποδομών αιτήθηκε από την ΕΑΔΗΣΥ την παροχή σύμφωνης γνώμης, προκειμένου να προβεί σε αναβάθμιση του συστήματος επεξεργασίας σχεδίων πτήσεων και δεδομένων radar. Η σύμφωνη γνώμη της Αρχής δόθηκε, ενώ και το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι δεν κωλυόταν η υπογραφή της σύμβασης.
Κι όμως, η υπόθεση «πάγωσε», μετά τη διαπίστωση ότι «το λογισμικό δεν είχε τις απαιτούμενες επιδόσεις, παρά την αναβάθμιση του υλικού». Στη συνέχεια η ΥΠΑ προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με την Thales, για την αναβάθμιση του κεντρικού της DPS που εξυπηρετεί το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών-Μακεδονίας και την αναβάθμιση των radars την περίοδο 2021-2023.
Ωστόσο, ούτε αυτή η διαδικασία τελεσφόρησε, επειδή υπήρξε αρνητική εισήγηση από το κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου.
Τον Ιούλιο του 2024, η ΥΠΑ προχώρησε «στην επανεκκίνηση της διαβούλευσης σχετικά με το πλαίσιο διαπραγμάτευσης και τις τεχνοοικονομικές παραμέτρους της σκοπούμενης αναβάθμισης με την εταιρεία Thales, που κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα του συστήματος DPS Pallas 3G, καθώς και των υπό αναβάθμιση ραντάρ της».
«Μόνη ενδεδειγμένη λύση»
Παράλληλα, στη γνώμη της ΕΑΔΗΣΥ, καταγράφεται η αναφορά της ΥΠΑ ότι η Thales «έχει τα αποκλειστικά Δικαιώματα Πνευματικής ιδιοκτησίας για το υφιστάμενο σύστημα Pallas 3G και το νέο Pallas Topsky ATC One και για τα Radars που πρόκειται να αναβαθμιστούν. Επιπροσθέτως, δεν έχει εκχωρήσει σε άλλον φορέα τα πνευματικά δικαιώματα».
Επομένως, όπως σημειώνεται, η Thales αποτελεί «τον μόνο φορέα που μπορεί να επεμβαίνει στα συστήματα, χωρίς να τίθεται εν αμφιβόλω η διαλειτουργικότητα των συστατικών μερών τους και η συμμόρφωση των αναβαθμισμένων συστημάτων».
Προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της, η ΥΠΑ επικαλείται σχετικές αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ, πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την αρχική προσφορά της Thales.
Αυτός είναι ο λόγος που όπως σημειώνει η ΕΑΔΗΣΥ, η ανάθεση σύμβασης αναβάθμισης του συστήματος κατόπιν διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, «συνιστούσε τη μόνη ενδεδειγμένη και απολύτως συμφερότερη λύση» για την ΥΠΑ.
Απόρριψη προσφορών
Τελικά, στις 20 Αυγούστου 2025, η Thales έστειλε την επικαιροποιημένη προσφορά της, ενώ απορρίφθηκαν οι προσφορές δύο άλλων εταιρειών, που στάλθηκαν έπειτα από πρόσκληση για την υποβολή μη δεσμευτικών προσφορών στους μεγαλύτερους οίκους εξοπλισμού αεροναυτιλίας (INDRA και ELDIS)». Οι πρόσφορες κρίθηκε -μεταξύ άλλων- ότι ήταν οικονομικά ασύμφορες.
«Δεν έχουν διαψευστεί»
Στις 15 Δεκεμβρίου 2025, η ΕΕΕΚΕ δημοσίευσε δελτίο τύπου, όπου μεταξύ άλλων σημειώνεται πως το «σύστημα επιτήρησης που πρόκειται να προμηθευτεί η ΥΠΑ, το 2023 είχε προϋπολογισμό 76 εκατομμυρίων ευρώ και πλέον μαθαίνουμε ότι η Διοίκηση της ΥΠΑ συζητάει για κόστος προμήθειας που φτάνει τα 150 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς ακόμα να έχει οριστικοποιηθεί».
Όπως σχολίασε στο iEidiseis.gr ο Παναγιώτης Ψαρός, πρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας (ΕΕΕΚΕ), «όσα αναφέραμε στο δελτίο τύπου, δεν έχουν διαψευστεί από τη διοίκηση της ΥΠΑ».
Το iEidiseis.gr απέστειλε στην ΥΠΑ συγκεκριμένα ερωτήματα αναφορικά με την επίμαχη αναβάθμιση των ραντάρ, όμως παρά τον επαρκή χρόνο που δόθηκε, δεν στάλθηκε απάντηση.
«Προκύπτουν εύλογα ερωτήματα»
Παράλληλα, ο κ. Ψαρός σχολίασε πως «προκύπτουν εύλογα ερωτήματα για αυτό το κόστος, ειδικά εφόσον γνωρίζουμε ότι η ΥΠΑ δεν έχει συντάξει τεύχος προδιαγραφών, όπου θα προσδιορίζονται επακριβώς τα χαρακτηριστικά του συστήματος που θα προμηθευτούμε και από το οποίο κανονικά τεκμαίρεται το κόστος της προμήθειας. Επί ποιας βάσης λοιπόν ανεβοκατεβαίνουν τα ποσά;».
Αναφορικά με το τι σημαίνει πρακτικά ο όρος αναβάθμιση που θα πραγματοποιηθεί στα συγκεκριμένα συστήματα ραντάρ, ο κ. Ψαρός ανέφερε πως «στην ουσία πρόκειται για ξήλωμα όλου του συστήματος και αναβάθμιση από την αρχή».
«Προ των πυλών η παραπομπή της Ελλάδας»
Σχετικά με το αν αυτή η αναβάθμιση επαρκεί προκειμένου να προστεθούν επιπλέον επίπεδα ασφάλειας, ο κ. Ψαρός απάντησε καταφατικά, εφόσον όμως «γίνουν όλα με τις σωστές προδιαγραφές, τις οποίες δεν διαθέτει η ΥΠΑ. Η προηγούμενη διοίκηση αντιστεκόταν σθεναρά να λάβει τεχνική βοήθεια από το Eurocontrol.
Έπειτα από το βάρος των γεγονότων και των δικών μας πιέσεων, ο υπουργός είπε πως το Eurocontrol θα εμπλακεί ενεργά. Σε διαφορετική περίπτωση, θα πληρώσουμε 150 εκατομμύρια ευρώ και το σύστημα θα θέλει πάλι αναβάθμιση σε λίγα χρόνια, όταν αλλάξει ο κανονισμός».
Σημειώνεται, πώς όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΕΕΕΚΕ, «το νέο σύστημα αναμένεται να είναι επιχειρησιακά διαθέσιμο το καλοκαίρι του 2029, εάν όχι του 2030».
Με αυτά τα δεδομένα όμως, όπως σημειώνεται, «η παραπομπή της Ελλάδας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για αυτό το ζήτημα είναι προ των πυλών».







