ASKOMET ΑΦΟΙ ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ Α.Ε
Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

 (Το κείμενο που ακολουθεί έγραψα πριν από αρκετά χρόνια. Αποτυπώνει, τις εμπειρίες μου από το παρελθόν και τις διαπιστώσεις-απόψεις μου από το σήμερα. Αποτυπώνει νοσταλγίες της κρητικής διασκέδασης του παρελθόντος και την παραποίησή της σήμερα. Το κείμενο  δημοσιοποίησα για πρώτη φορά τον Μάϊο του 2015. Θεωρώ πως το θέμα είναι πολύ επίκαιρο και σήμερα, γι αυτό το επαναφέρω με ελάχιστες προσθαφαιρέσεις και με την ελπίδα πως κάτι μπορεί να προσφέρει. Το ξέρω πως κάποιους θα στεναχωρήσω και κυρίως συμφεροντολόγους. Πιστεύω όμως πως θα ευχαριστήσω περισσότερους και πρωτίστως θα ευχαριστήσω τον εαυτό μου, «εχτελώντας το χρέος μου στα ράτσα».)

Θα ξεκινήσω με κάποιες σκέψεις μου, για την κρητική παράδοση. Γενικότερα. Όλες οι περιοχές της Ελλάδας έχουνε παράδοση και η καθεμιά έχει τη δική της μοναδική, ξεχωριστή και ιδιαίτερη. Η παράδοση της Κρήτης μοιάζει με ένα πολύπλευρο γεωμετρικό σχήμα. Όλες οι πλευρές του σχήματος είναι ίσες και κάθεμιά έχει τη δική της αξία και το δικό της μεγαλείο. Η γλώσσα, η κρητική διασκέδαση, η στιχουργική, η φορεσιά, η υφαντική, η λαϊκή αφήγηση, οι παροιμίες, η φιλοξενία και πολλά άλλα, είναι ισάξιες πλευρές της παράδοσης. Με λίγα λόγια, κρητική παράδοση είναι, όλος ο υλικός και πνευματικός θησαυρός της Κρήτης μας. Είναι προγονικές αναλλοίωτες αξίες, που διατηρούνται και εκφράζονται, με διάθεση, αγώνα, σεβασμό και μεράκι και παραδίδονται από γενιά σε γενιά. Μια ειδική επισήμανση θέλω να κάνω σε μια σπουδαία πλευρά της παράδοσής μας που είναι η διάλεκτος της Κρήτης, ο κρητικός ιδιωματικός λόγος, η γλώσσα της Κρήτης. Αυτή την κρητική μας διάλεκτο την αφήσαμε στη φθορά του χρόνου, την εγκαταλείψαμε στο παρελθόν και στο τέλος θα χαθούνε εντελώς τα ίχνη της. Εξίσου σημαντική  είναι και η στιχουργική, που στηρίζεται καθ’ ολοκληρία στη διάλεκτο της Κρήτης και εκφράζεται κυρίως με την κρητική μαντινάδα, το ριζίτικο τραγούδι, τις ρίμες και άλλα στιχουργήματα. Δυστυχώς δεν διατηρούνται όλες οι πλευρές της παράδοσης με τον ίδιο ρυθμό, με το ίδιο ενδιαφέρον και με την ίδια επιμονή. Πολλές απ’ αυτές χάνονται σιγά σιγά και μένει μόνο ο χορός και το τραγούδι, δηλαδή η κρητική διασκέδαση, που και τα δυο θαρρώ πως βρίσκονται στην παραφθορά, στην παραποίηση και στην εκμετάλλευση.

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Η Κρητική διασκέδαση έχει κι αυτή τα δικά της μέρη, τη Μουσική το Τραγούδι την Παρέα και το Χορό.

Μαθητής ακόμη του Δημοτικού Σκολειού, αμέσως μετά τη Γερμανοκατοχή, επηρεάστηκα από τ’ ακούσματα τση κρητικής μουσικής μας παράδοσης. Ο ήχος τση λύρας, του λαγούτου, του μαντολίνου, τση μαντόλας, των γερακοκούδουνων, τσ’ ασκομπαντούρας και του σφυροχάμπιολου, οι γλυκόλαλες αντρίστικες φωνές σε σκοπούς και σε ριζίτικα των τραγουδιστάδων, οι όμορφες μερακλίδικες παρέες, μα και οι ξεχωριστοί αυτοδίδαχτοι χορευτάδες, υπήρξανε πρότυπα ερεθίσματα, που ξεσηκώνανε πάντα τσ’ ευαίσθητες χορδές τση ψυχής μου. Και δεν είναι τυχαίο αυτό, αφού γεννήθηκα σε ένα μικρό χωργιό, μα μερακλίδικο, στον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου του Ρεθέμνους, με ρίζες Μελαμπιανές, από το σόϊ των Φωτάκηδων. Είναι γεγονός πως, ο  Άϊ Γιάννης ξεχώριζε πάντα, για τα όμορφα γλέντια του και την ιδιαίτερη φιλοξενία του. Η γεωγραφική του θέση, στη βορεινάδα μιας κορφής – τσ’ Αϊγιαννιώτικης κορφής, στο κέντρο τσ’ Αμπαδιάς, πέρασμα μερακλήδων, με μπόλικο αέρα, που μαζί με τ’ άλλα γυροχώργιουλα και όχι μόνο, ξανοίγουνε και στολίζουνε από τα Δυτικά το γέρο – Ψηλορείτη, είναι στοιχεία που δικαιολογούνε το ξεχωριστό μερακλίκι του.

Κοπέλια του Δημοτικού Σκολειού και στη συνέχεια νεαρούδια του Γυμνασίου, εβγαίναμε στσ’ αυλές και στα δώματα, μόλις εγροικούσαμε την παρέα να περνά από τα σοκάκια και να τραγουδεί, τα όμορφα δημιουργήματα τση κρητικής λαϊκής μουσικής μας παράδοσης. Εγροίκουνε όμορφες μαντινάδες σε διάφορους σκοπούς, μα και τα ξακουστά ριζίτικα, που μ’ αρέσανε ιδιαίτερα και εσυνειδητοποίησα πως έπρεπε να τα μάθω. Την Ξεστεριά του Ψηλορείτη (παραλλαγή) – την πιο ξεκάθαρη έκφραση της κρητικής αντίστασης, είχα την τύχη ν’ ακούσω πολλές φορές, από τσ’ αντάρτες του Ψηλορείτη κατά τη Γερμανοκατοχή, μα και τση τάβλας και τση στράτας ριζίτικα τραγούδια, από τα χεΤο χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)ίλη παλιότερων αξιοσέβαστων συγχωριανών μου ριζιτών τραγουδιστάδων. Του Κωστή Μπριλλάκη (Μανουσόκωστα), του Δημήτρη Μπριλλάκη, του Διογένη Παραδεισανού, του Μανώλη Παπαδογιάννη, του πατέρα μου Μανώλη Φωτάκη (Χαρκιά) και πολλών άλλων αξιοσέβαστων.   Έπρεπε να τα μάθω, όπως και ’κείνοι τά ’χανε μαθημένα από τσοι γεροντότερους. Αυτά τα ακούσματα αντιλαλούνε στ’ αφχιά μου και τά ’χω συνεχώς οδηγό μου. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή ντωνε.

 

Νοιώθω επίσης υπερήφανος, όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι, που αναθράφηκα,  μεγάλωσα  και γλέντησα, σε μια εποχή λαμπρής μουσικής δημιουργίας, με τις πιο δυνατές μορφές της γνήσιας κρητικής μουσικής. « Άκουσες τη γκαινούργια πλάκα του Μουντάκη ; Ε, το μπαντέρμο όμορφος ο καινούργιος σκοπός του Σκορδαλού ». Πολλά τέθοια σχόλια και κριτικές εκάναμε συχνά, κυρίως με  φίλους συντραγουδιστές, για κάθε καινούργιο σκοπό που έβγαινενε. Και τρέχαμε στα καφενεία απού ’χανε γραμμόφωνα, για ν’ ακούσομε το γκαινούργιο σκοπό, καμπόσες φορές, αφού τονε παίζανε συνέχεια, για να τονε μάθομε καλά και ύστερας εβρήχναμε το λυράρη μας τον Ανάστο Μπαγουράκη να πιάσει τη λύρα, να τονε παίζει κι αυτός ασταμάτητα και να γίνει ο σουξές μας. Ποιότητα και διαφορετικότητα κάθε φορά, σύνθεσης και μελωδίας, αλλά και δεξιοτεχνίας εχαραχτήριζε όλους τους σκοπούς του Σκορδαλού και του Μουντάκη. Συναγωνισμός αγνός από τσοι μερακλήδες, ποιός θα πρωτομάθει και θα πρωτοτραγουδήξει το γκαινούργιο σκοπό, στσι καντάδες, μα και στσι παρέες. Το τραγούδι ήτονε, με το καλημέρα, στα χείλια μας. «Τραγουδεί πάλι το κοπέλι», έλεγενε ο Στέλιος Παραδεισανός (Μαρκεζίνης), ο πρωτομυλωνάς στη φάμπρικα το έτος 1959, που με γροίκανε να τραγουδώ, μυλωνάς κι εγώ, δεκαοχτάρης σε ηλικία, την ώρα που άμπωθα τη μανιβέλα, για να κατεβεί το πλακωτάρι και να σφίξει τα μποξάδια. «Μόνο εκείνος π’ αγαπά…, Φαντάστηκα τον ουρανό…, Βαθειά π’ ο ήλιος δεν περνά…, Γλυκοχαράζει αυγερινός…, Δε θέλω μέσα στην καρδιά…, Ο πραματευτής… κ.ά».

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Μόλις εβγάνανε ένα καινούργιο σκοπό ή τραγούδι, οι δασκάλοι τση κρητικής μουσικής Σκορδαλός και Μουντάκης, τονε μαθαίναμε γιαμιάς, γιατί είχαμε πάθος, μεράκι για τη μουσική. Σημαντικό ρόλο βέβαια στην κρητική μουσική παιδεία επαίζανε και οι λυράρηδες του κάθε χωργιού. Έπρεπε σύντομα, να μάθουνε και αυτοί να παίζουνε, κάθε καινούργιο σκοπό. Και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή, που έζησα από κοντά και γλέντησα αρκετά χρόνια με τη λύρα των παλιών λυρατζήδων, του χωργιανού μου του Ανάστο, αλλά και με κοντοχωργιανούς λυρατζήδες όπως, το Χατζομιχάλη(Νίθαυρη), το Περικλαντώνη(Αποδούλου), το Καπελώνη(Κουρούτες), το «Στραβό», Καπαρό, Στίνο(Άνω Μέρος) κ.ά, μα και με αυτοδίδαχτους χορευταράδες τσ’ εποχής μου. Μα και πριν τον Ανάστο ο Άϊ Γιάννης διασκέδαζε με τη λύρα του Σταμάτη, του Μαρκεζίνη, του Αντώνη τ’ Ευθύμιου και παλιότερων, η μνήμη των οποίων ας είναι αιωνία. Αναφέρω μόνο λυρατζήδες, γιατί αυτών κυρίως έμπαινε η σφραγίδα του κάθε σκοπού, του τραγουδιού και του γλεντιού, χωρίς να παραγνωρίζω τη σημαντική προσφορά και συμμετοχή,, αξιολογότατων μαντολινάδων και λαγουθιέρηδων, ερασιτεχνών και επαγγελματιών, στην κρητική μουσική δημιουργία.

Ο λυρατζής κι οι μερακλήδες του χωριού, που πάντα ξεχωρίζανε, είχανε και την ευθύνη κάθε φορά και κυρίως στα πανηγύργια στο να συγκροτήσουνε και να διατηρήσουνε την παρέα, από σπίτι σε σπίτι, αλλά και να στελιώσουνε το χορό το βράδυ, στο καφενείο του χωριού. Από το σπίτι του λυρατζή εξεκινούσαμε συνήθως την παρέα, αφού αδειάζαμε πρώτα τουλάχιστον ένα πεντακοσάρι κρασί, με το βρησκούμενο πάντα μεζέ. Στη συνέχεια επηγαίναμε, από σπίτι σε σπίτι, μασε τρατέρνανε οι νοικοκυράδες, με ό, τι καλολοείδι είχανε, τσι περισσότερες φορές με ελιές και παξιμάδι, σε ένα πιάτο και με ένα ποτήρι. Πολλές φορές, επειδή δεν επρολαβαίναμε να μπούμε σε ούλα τα σπίθια που μασε καλιούσανε, εσυνεχίζαμε  την παρέα και την επόμενη μέρα, με αποτέλεσμα τα γλέντια να βαστούνε δυο και τρεις μέρες. Σε κάθε σπίτι εστελιώναμε και χορό εφόσον οι συνθήκες ήτονε βολικές σε ταράτσες και σε αυλές. Στο πέρασμα τση παρέας, εβγαίνανε οι νοικοκυραίοι στην πόρτα, να καλέσουνε την παρέα να μπει στο σπίτι για τρατάρισμα, εθεωρείτο δε προσβολή, είτε να μην προσκληθεί η παρέα, είτε η παρέα να μην ανταποκριθεί στην πρόσκληση, σπάνιο βέβαια. Το πέρασμα και τραγούδισμα τση παρέας ήτονε μια αρμονία, άτυπη χορωδία, με μαέστρο τον λυράρη. Ετραγουδούσαμε συνέχεια, κυρίως σιγανούς σκοπούς (πεντοζάλια), αλλά και σερτούς σκοπούς, ριζίτικα και άλλα τραγούδια. Οι τραγουδιστάδες ήσανε πάντα κοντά στα όργανα και λέγανε μαντινάδες, στο σκοπό που έπαιζε ο λυρατζής κι οι γι αποδέλοιποι αποσέρνανε το τραγούδι και έτσι μαθαίνανε να τραγουδούνε. Ατέλειωτες όμορφες μαντινάδες, με νόημα και περιεχόμενο, που καθένας ήθελε και περίμενε τη σειρά του να πει τη δική      του μαντινάδα. Μαντινάδες αψεγάδιαστες, ριζίτικα τραγούδια ανάλογα με την περίσταση και άλλα τραγούδια, που δεν είχανε τελειωμό. Τραγούδι στο σπίτι, στο δρόμο, στην εξοχή, στη δουλειά, απ’ το πρωί ως το βράδυ, για όλες τις εκδηλώσεις και για όλες τις ηλικίες.  Όποιος δεν έζησε αυτή την ομορφιά, δεν μπορεί να φανταστεί το μέγεθος αυτού του μεγαλείου.

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Η μουσική, το τραγούδι, η παρέα συνδέεται άμεσα με το χορό. Ξυπόλητα κοπέλια ακόμη, αμούστακα κι αργότερα αντράκια, με αρβύλες και μπροκαδούρες, δεν μας εμποδίζανε όμως να μαθαίνομε ο γεις στο άλλο το σερτό, το μαλεβυζώτη, το σιγανό, τον πηδηχτό, τη σούστα και τσ’ αποδέλοιπους χορούς τριζάλη, κατσαμπαδιανό, απανωμερίτη, μικρό-μικράκι, αλλά και ευρωπαϊκούς ταγκό, βάλς, κλπ. Αυτοδίδαχτοι χορευτές, εμαθαίναμε τα ζάλα και τα πάσα των μεγαλύτερων. Εχορεύγαμε μεταξύ μας μέχρι την εφηβική ηλικία, ώστε να μάθομε σωστά, σεμνά και στρωτά, με το ρυθμό τση λύρας τσι χορούς και μόνο τότε επιάναμε στο χορό. Κάθε χωργιό είχενε το διακεκριμένο πρωτοχορευτή του και εθεωρείτο τίτλος τιμής, το να σε αποκαλούνε «χορευτή» και μάλιστα, να φτάνει η φήμη σου και να σε αναγνωρίζουνε και στα γυροχώργιουλα. Αρκετοί απ’ αυτούς, εδημιουργήσανε ή ενταχτήκανε στη συνέχεια σε χορευτικούς ομίλους των πόλεων και διατηρήσανε τα παραδοσιακά πρότυπα των κρητικών χορών.

Με το στέλιωμα του χορού, ο λυρατζής κι ο λαγουθιέρης (πασαδόρος), με δυο καρέκλες επαίρνανε τη θέση τους στη μέση του καφενείου και οι γλεντιστάδες καθισμένοι σε καρέκλες γύρω γύρω του καφενείου  κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, χωρίς τραπεζάκια. Εξεκινούσανε κι επαίζανε πάντα, πρώτα-πρώτα, πολύωρα σιγανά πεντοζάλια. Οι χορευτάδες κι οι τραγουδιστάδες, πιασμένοι αγκαζέ, εσχηματίζανε κύκλο κι ετραγουδούσανε διάφορες μαντινάδες και πολλές φορές αντικρυστές, για να ξεθυμάνουνε το μερακλίκι τους, για να τωνε φύγει ο νταλγκάς, αλλά και να δείξουνε τσι τραγουδιστικές τους ικανότητες. Στη συνέχεια επαίζανε παραγγελιές σερτών και άλλων χορών. Ο καλός χορευτής ήξερε σε ποιό σημείο του σκοπού-μελωδίας θα ξεκινήσει, για να πιάσει σωστά το χορό. Υπήρχε πάντα οπτική επαφή-συνεργασία λυρατζή και πρωτοχορευτή, για να μην χάνεται ο ρυθμός του χορού και αν χαθεί να διορθωθεί άμεσα. Ο λυρατζής δεν ετραγουδούσε ποτέ την ώρα του χορού, αλλά έπαιζε τους καλύτερους χορευτικούς σκοπούς, που εδίνανε αβάντα στο χορευτή. Υπήρχε πάντα απόλυτος σεβασμός από όλους στη σειρά του χορού, σύμφωνα με τσι παραγγελιές, αλλά και κιανείς δεν κολλούσε στην παρέα που χόρευγε, χωρίς να τονε καλέσουνε. Συνήθως χόρευγε ο καθένας καβαλιέρος, κατ’αρχήν σερτό σε τριάδες, τσ’ αδερφάδες του, τσι ξαδέρφες του και οπωσδήποτε πρόσωπα τση δικής του και μόνο επιλογής.  Ενδιάμεσα σταματούσε το χορό ο καβαλιέρος για να αλλάξουνε θέση οι δυο ντάμες, τις οποίες με το τέλος του χορού ετράτερνε στο τεζάκι του καφενείου, με το γνωστό «ντάμα μπουφέ», που έλεγε συνήθως ο λυρατζής. Στη συνέχεια του γλεντιού οι οργανοπαίχτες επαίζανε όλους τους χορούς που προανέφερα.

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Δασκάλια στη Χώρα, ανυπομονούσαμε νά ’ρθουνε οι σκόλες, μα και να τελειώσει η χρονιά, να πάμε στο χωργιό, να μονομερίσομε με τσ’ εδικούς μας, να κάμομε τσι παρέες μας και να γλεντοκοπήσομε. «Ας το κοπέλι να γλεντήσει, μα τούτανά πομένουνε», έλεγε ο μερακλής πατέρας μου τση μάνας μου, ο Θεός να τωνε συχωρέσει και των ιδυωνώ, που κιαμιά φορά εμουρμούριζενε η γριά. Και είχενε δίκιο βέβαια η γριά, γιατί επολυγίνουντονε τότεσάς γλεντοκόπια, από τα οποία συνήθως δεν έλλειπα, μα είχενε δίκιο κι ο γέρος. Περιμέναμε, πως και πως, τα πανηγύργια στο χωργιό μα και στα γυροχώργιουλα, να πάμε και να γλεντήσομε, με τσι φίλους και γνωστούς μας και βέβαια, να τσι καλέσομε στα πανηγύργια μας, για να ανταποδώσομε τη φιλοξενία. Γλεντοπερπατήματα πολλά, σε ούλα σχεδόν τα γυροχώργιουλα, φυσικά με τα πόδια και πολλές φορές εξωμέναμε, γιατί τα πανηγύργια εβαστούσανε δυο και τρείς μέρες. Τ’ Άνω Μέρος, μιάμιση ώρα περίπου ποδαρόδρομος, ήτονε το δεύτερο χωργιό μου. Είχα και συγγενολόϊ μα έκαμα πολλούς και αγαπητούς φίλους, μερακλήδες και φιλόξενους, που με αγκαλιάσανε και με κάμανε να νιώθω θαυμάσια. Δεν θα ονοματίσω κανέναν, γιατί σίγουρα θα ξεχάσω κάποιον και δεν το θέλω. Όλοι οι Ανωμεργιανοί ήσανε φίλοι μου εκλεχτοί. Αξέχαστα και ανεπανάληπτα πανηγύργια, όμορφες παρέες, ξεχωριστά γλέντια, με διαλεχτούς τραγουδιστάδες και χορευτάδες.

Μα και σε μακρύτερα χωργιά επηγαίναμε ποδαρόδρομο κι εγλεντοκοπούσαμε, με τα οποία είχαμε στενούς δεσμούς συγγένειας και φιλίας, χωρίς να υπολογίζομε τσ’ αποστάσεις.  Πρέπει νά ’τανε καλοκαίρι του 1958, που επερπάτηξα  δυόμιση ώρες, δεκαεφτάχρονος, για να πάω στην Αγιά Γαλήνη, που έπαιζε ο Σκορδαλός, σε γλέντι κολυμβητικών αγώνων, εχόρεψα μόνο ένα χορό και αυτό ήτανε όλο κι όλο. Η πεζοπορική διαδρομή τσ’ Αγιάς Γαλήνης, μού ’τανε πολύ γνώριμη, γιατί την είχα περπατήξει κάμποσες φορές, με μουλαρογάϊδουρα φορτωμένα πυρήνα ή χαρούπια και συγχρόνως να τα πεταλώσω στσ’ αλμπάτηδες. Και δεν ήσανε λίγα τα γλέντια και οι όμορφες παρέες απού ’καμα στην Αγιά Γαλήνη, στο τότε χωργιό Αγιά Γαλήνη, με τα νεροπότηρα τσικουδιές  τότες. Ε, τα έρμα στομάχια και πως αντέξανε κι αντέχουνε ακόμη. Αξέχαστες κανταδίστικες φιλικές παρέες. Αναστορούμαι παραμονή Φώτων του 1961, απού ’ρθανε αρκετοί φίλοι Αϊγαληνιώτες, χωρίς να το κατέχω, στο χωργιό μου, γύρω στσι 3 τα ξημερώματα, άλλοι περπατηχτοί και άλλοι καβαλάρηδες, να μου κάμουνε καντάδα, με τη συνοδεία και τους ήχους τση μελωδικής μαντόλας και των γλυκόλαλων τραγουδιστάδων. Δεν θα ονοματήσω κι εδώ κανέναν, γιατί ήσανε πολλοί και εκλεχτοί. Το όμορφο τραγούδι  τση νύχτας εξεσήκωσε το χωργιό, η παρέα επλήθιανε, εξημέρωσε και εσυνεχίστηκε, από σπίτι σε σπίτι, ούλη την επόμενη ημέρα ως το βράδυ. Ανεπανάληπτες στιγμές, ανεπανάληπτη παρέα.

Το χθες και το σήμερα, της κρητικής διασκέδασης (Μουσική-Τραγούδι-Παρέα-Χορός)

Δυστυχώς η μετανάστευση, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, που επιδιώξαμε για μια καλύτερη τύχη ανέτρεψε και εξαφάνισε πολλά από τα παραπάνω. Τα χωργιά μας ερημάξανε, τα Σκολειά εκλείσανε κι εγινήκανε καταφύγια, για να κοιτάσουνε σπουργίτες, νυχτερίδες και σκλώπες, έκεια που κάποτε εφωλιάζανε τα παιδικά μας όνειρα. Πολλά από τα ήθη και έθιμά μας ή έχουνε ξεχαστεί εντελώς ή έχουνε παραποιηθεί, κατά τρόπο επιεικώς απαράδεκτο. Σε λίγα χωργιά αναβιώνουνε ήθη και έθιμα όπως τότες και αντικατασταθήκανε, με ό,τι φτηνό, ψεύτικο, ξενόφερτο και χυδαίο μας σερβίρουνε οι συμφεροντολόοι. Την όμορφη παράδοσή μας, που τηνε κουβαλήσαμε μαζί μας στην ξενιθιά, κάποιοι την εμπορευματοποιήσανε και την αλλοιώσανε, σε μεγάλο βαθμό. Και φταίμε ούλοι μας, γι αυτή την κατάσταση. Έχομε όμως ηθική υποχρέωση, να αντιστεκόμαστε  ούλοι, με κάθε τρόπο, με λόγο και με πράξεις και  να μην παραμένομε απλοί θεατές. Να μην αφήσομε να γίνει πράξη, η περιβόητη ρήση του πρώην Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α Χένρι Κίσινγκερ : «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί……………..».

Οι περισσότεροι νέοι μας, δυστυχώς σήμερο, δεν τραγουδούνε στσι παρέες και στα γλέντια. Δε μαθαίνουνε σκοπούς, για να τραγουδούνε κοντά στα όργανα. Εγκαταλείψανε τα παραδοσιακά μας ποτά κρασί και τσικουδιά και τα αντικαταστήσανε με ουίσκια, βότκες, σαμπάνιες και άλλα επικίνδυνα για την υγεία ποτά, που δεν έχουνε καμιά σχέση με την παράδοσή μας. Ανεβαίνουνε στην πίστα, μαζεύονται κοντά στα όργανα, ουρλιάζουνε με υψωμένα τα χέργια και νομίζουνε πως γλεντούνε. Έχουνε γίνει παλαμάκιδες του ινδάλματός τους λυράρη και αυτό είναι το μερακλίκι τους. Δυστυχώς όλοι έχομε γίνει θεατές αυτών των κακόγουστων συμπεριφορών. Μα και τα μεγάφωνα, στα πανηγύργια και στσι χορούς που γίνουνται στα μαγαζιά, δεν επιτρέπουνε καμιά επικοινωνία. Επιβάλλουνε τη σιωπή με την έντασή τους. Πολλές φορές, ίσαμε τσ’ είκοσι πόντους υπάρχει επικοινωνία με το διπλανό σου και μόνο αν κολλήσεις τ ’αχείλια σου στ’ αφτί του. Στο χορό γίνεται τση κακομοίρας. Παραγγέλνομε χορό στσ’ οργανοπαίχτες των κρητικών μαγαζιών, πλερώνομε και καλιούμε την παρέα μας να χορέψομε. Δυστυχώς όμως, δεν προλαβαίνομε ν’ ανεβούμε στην πίστα, γιατί μόλις ξεκινήσει να παίζει ο λυρατζής την παραγγελιά μας, γεμίζει η πίστα από τζαμπατζήδες, άγνωστους, άσχετους με χορό, αλλά και μικρά παιδιά σαν να βρίχνουνται σε παιδική χαρά. Ανέ προλάβεις ν’ ανέβεις στην πίστα, δεν θα μείνεις για πολύ, γιατί θα τσαλαπατηθείς και θ’ αναγκαστείς να γυρίσεις το συντομότερο στη θέση σου. Η αδιαντροπιά των τζαμπατζήδων πολλές φορές ξεπερνά κάθε όριο και πολλές φορές η πίστα μετατρέπεται σε ντίσκο ή κατά τη νεολαιίστικη ορολογία «ορθάδικο». Οι όμορφοι παραδοσιακοί κρητικοί χοροί μας έχουνε μπαλετοποιηθεί και παραποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Άσκοπες και ανούσιες κινήσεις του σώματος και της κεφαλής, επιδειξιομανία και ακροβατικά νούμερα από τους πρωτοχορευτές αντικαταστήσανε τη σεμνότητα και σοβαρότητα των παραδοσιακών κρητικών μας χορών. Μα και οι πρωτοχορεύτριες δε πάνε πίσω, επιδείξεις και σβούρες με ελάχιστα βήματα του χορού.

   Κάποιοι μάλιστα, από τσι λεγόμενους δασκάλους κρητικών χορών, μαθαίνουνε στσι μαθητές τους, να σταματούνε το χορό και να χειροκροτούνε, τον πρώτο ή την πρώτη που χορεύγει, όπως χειροκροτούνε δηλαδή τη μαϊμού όντε τηνε σέρνει ο γύφτος. Δυστυχώς  με την πάροδο των χρόνων, κάποιες χορευτικές σχολές ξεφύγανε από το μέτρο του σεβασμού και σήμερα δεν τιμούνε τις κιλότες και τα στιβάνια που φορούνε.

«Δε κάνουνε το χορευτή στιβάνια και γκιλότες,

ζάλο σαν έεις τση πρεπειάς θα βρεις φαρδές τσι πόρτες»

Έτσα λοιπόν εκαταντήσανε τσ’ όμορφους χορούς μας, μαϊμουδίστικους. Από το ένα άκρο, εφτάξαμε στ’ άλλο. Από τσι τριάδες, επήγαμε στσι κύκλους, στσι κουνίστρες και στσι τσαλαπετεινούς. Κάπου υπάρχει και το μέτρο, μα το ξεπεράσαμε. Δυστυχώς εχάθηκε ο σεβασμός, η πρεπειά και η αρχοδιά του χορού.

   Μα και η επιλογή των «καλλιτεχνών» από τους καταστηματάρχες, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία. Βαφτίζουνε όποιον θένε «καλλιτέχνη», τονε βάνουνε για λίγο στη διαφήμιση του ραδιοφώνου και τονε ανεβάζουνε στο πάλκο, μόνο και μόνο, για να κονομήσουνε. Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα και τηνε θωρούμε ούλοι, μα λίγοι μιλούνε κι όσοι μιλούνε κινδυνεύουνε να τσι πούνε γραφικούς, οπισθοδρομικούς, κλπ.  Εκεί καταντήσαμε.

Ένα μεγάλο μέρος τση ποιότητας τση σημερινής μουσικής μας, είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Πολύ λίγοι είναι οι καινούργιοι σκοποί τση μουσικής μας. Η πληθώρα των CD, των ζωντανών ηχογραφήσεων κλπ, είναι δυστυχώς κακόγουστες αντιγραφικές δημιουργίες. Θεωρώ απαράδεκτο, που επιτρέπεται η ηχογράφηση τραγουδιών αυθεντικών δημιουργών και προβάλλεται, ως νέα εκτέλεση, νέα δουλειά, νέου καλλιτέχνη. Νέες συνθέσεις, νέες δημιουργίες είναι ευπρόσδεκτες, όχι όμως παλιές και μάλιστα κακές αντιγραφές. Παλαμάκια, άναρθρες κραυγές, μπιστολιές, άνοστες μαντινάδες, προβάλλονται δυστυχώς καθημερινά από εκπομπές ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, ακατακαβίστικοι, χωρίς νόημα και περιεχόμενο, χωρίς κρητικό ιδιωματικό λόγο, που μιλούνε για κλεψές, μπιστόλια, ουϊσκια και άλλα σκύβαλα, γράφονται και κυκλοφορούνε με το κιλό. Μελωδίες άχρωμες και άοσμες, μονοκόμματες, με σκέτο κοπανιάρισμα του λαγούτου ή άλλων ξενόφερτων οργάνων, που οι «καλλιτέχνες» επροσθέσανε στην κρητική μας μουσική, χωρίς ουσία. Τραγούδι κλαψιάρικο, καψουρίστικο, με εξάρσεις παράξενες και συνοδευτικά παρατεταμένα παλαμάκια, σε μεταφέρει σε  ήχους και στσι χώρους των σκυλάδικων. Σταμάτημα του δοξαριού και στη συνέχεια  καραγκιοζηλίκια, θεατρινίστικες και μαϊμουδίστικες κινήσεις τση κεφαλής και του σώματος, βραχνές παραποιημένες φωνές, θωρούμε δυστυχώς συχνά σε τηλεοπτικές εκπομπές, που προσβάλουνε αυτά τα ιερά τίμια ξύλα της κρητικής μουσικής  παράδοσης και σοβαρότητας. Με μια λέξη, ούλα τούτανά θα τα χαρακτήριζα «σκουπίδια», που δυστυχώς κυκλοφορούνε, ταϊζουνε και ποτίζουνε τη νεολαία μας. Για άλλη μια φορά θα πω πως, θα τρίζουνε τα κόκκαλα του Σκορδαλού, του Μουντάκη, μα και του Καυκαλά και πολλών άλλων καταξιωμένων δημιουργών, έκεια που κοίτουνται. Οι ευθύνες είναι ατομικές μα και συλλογικές, στσι διοικήσεις των πολιτιστικών Συλλόγων, στσι δασκάλους χορού και μουσικών οργάνων, στσι οργανοπαίχτες και στσι καταστηματάρχες των κρητικών μαγαζιών και σε όλους μας. Πρέπει να μάθουνε επίσης όλοι ότι, η καντάδα γίνεται τη νύχτα στους δρόμους, συνήθως μετά τις 12 μ.μ. Δεν είναι Κρητική καντάδα αυτό που κάνουνε σήμερο την ημέρα διάφοροι πολιτιστικοί Σύλλογοι και το βαφτίζουνε καντάδα. Κρητική παρέα ναι, Κρητική καντάδα όχι.

Δεν είμαι μηδενιστής και πιστεύω πως, αρκετοί νέοι, σοβαροί και ταλαντούχοι οργανοπαίχτες υπάρχουνε, που επήρανε τη σκυτάλη από τους πρωτομάστορες, εδημιουργήσανε αναδειχτήκανε με υπευθυνότητα και σεβασμό στην παράδοσή μας, αλλά δυστυχώς «δεν πουλούνε», όπως λέμε. Μα και άξιοι στιχουργοί γράφουνε σωστές μαντινάδες, αλλά και αυτοί «δεν πουλούνε», Δεν θέλω να αποθαρρήνω τσι νέους οργανοπαίχτες. Θέλω να τωνε πω  όμως, να μη βιάζουνται να γίνουνε «καλλιτέχνες» και παίρνει ο νους τωνε αέρα. Να μην ξανοίγουνε μόνο τα λεφτά, τη χαρτούρα και την εφήμερη δόξα. Η δόξα τους θα σβήσει σύντομα αν δεν στηρίζεται σε σωστές βάσεις. Πρέπει να δίδουνε πρώτα αρκετά καλά δείγματα γραφής και μέσα απ’ αυτά να αναδεικνύουνται. Να αναζητούνε, τη γνησιότητα τση κρητικής μουσικής παράδοσης μέσα από τσι ρίζες και τσι καταβολές της. Το ίδιο και με τους δασκάλους των παραδοσιακών μας χορών. Να πάρουνε μαθήματα από τους παλιούς χορευτάδες, να σταματήσουνε τα ακροβατικά και τις μαϊμουδίστικες φιγούρες και να διδάσκουνε με σεβασμό και αξιοπρέπεια.

Η μουσική, το τραγούδι, η παρέα, ο χορός, αποτελούνε βιώματα για ούλους μας, με ελάχιστες διαφορές ανά περιοχή της Κρήτης μας. Είναι κομμάθια που συνθέτουνε την κρητική μας διασκέδαση. Είναι κομμάθια τση παράδοσής μας. Είναι ιερές  παρακαταθήκες, τις οποίες έχομε χρέος να σεβόμαστε και να μην τις παραποιούμε. Η κρητική μας διασκέδαση δεν αξιολογείται με νούμερα, τρεις, τέσσερις ή πέντε χιλιάδες κόσμο. Δεν μπορεί να γελοιοποιείται από μοντέλες, κουνιστούς θεατρίνους και παλαμάκιδες. Όποιοι θένε τέθια διασκέδαση να της δώσουνε άλλο όνομα, όχι κρητική διασκέδαση, για να μη ρεζιλεύουνε την Κρήτη μας..

Αναμνήσεις του χθες και διαπιστώσεις του σήμερα. Αναμνήσεις και διαπιστώσεις προσωπικές του τόπου μου που έζησα και σας μετέφερα. Αναμνήσεις και διαπιστώσεις, που ίσως να συγκινήσουνε κάποιους, γιατί θ’ αναστορηθούνε τα παλιά, μα και να στεναχωρήσουνε άλλους, για προσωπικούς τους λόγους.

 

Ιανουάριος 21 του 2026   Σταύρος Φωτάκης

 

 

Ακολουθήστε το Iraklionews σε Google News  και Facebook 
100% Hotel Show 2026
Απόψεις - Τελευταία Νέα
Περισσότερες Ειδήσεις