Ελαιόλαδο: Ισχυρό ως προϊόν, αδύναμο στους ελέγχους – Τα κενά που αφήνουν εκτεθειμένη την Ελλάδα
Λίγα προϊόντα είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα με την εθνική ταυτότητα όσο το ελαιόλαδο με την Ελλάδα. Διατρέχει την ιστορία, τη διατροφή και την οικονομία της χώρας, ενώ αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής παραγωγής.
Κι όμως, πίσω από τον μύθο, τις εμβληματικές ετικέτες και τις premium τιμές, το ελληνικό ελαιόλαδο παραμένει ουσιαστικά απροστάτευτο από εκείνους που έχουν θεσμικά αναλάβει να το προστατεύουν.
Με μέση ετήσια παραγωγή που φτάνει τους 259.000 τόνους, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός δύναμη παγκοσμίως, πίσω από την Ισπανία και την Ιταλία, αναφέρει το euro2day.gr.
Ωστόσο, η εικόνα ισχύος της Ελλάδας αφ ενός ως παραγωγού χώρας και αφ ετέρου ως χώρας που θέλει να λέει ότι έχει το καλύτερο προϊόν, δεν αποτυπώνεται στο σύστημα ελέγχων. Μάλιστα η ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου αποκαλύπτει σοβαρά και διαχρονικά κενά.
Όπως λέει χαρακτηριστικά: «Τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει ένα περίπλοκο και ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για την προστασία της γνησιότητας και της ποιότητας, η Ελλάδα δυσκολεύεται να το εφαρμόσει στην πράξη. Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερους ελέγχους, ελλιπείς εργαστηριακές αναλύσεις και αδύναμες κυρώσεις για τις παραβάσεις.»
Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ένα πυκνό δίκτυο ελέγχων, φυσικοχημικές εργαστηριακές αναλύσεις, οργανοληπτική αξιολόγηση από πιστοποιημένες επιτροπές γευσιγνωσίας, ελέγχους βάσει ανάλυσης κινδύνου και ελάχιστο αριθμό ελέγχων (ένας ανά 1.000 τόνους ετησίως). Τα κράτη-μέλη οφείλουν επίσης να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Στην Ελλάδα, όμως, η εφαρμογή του πλαισίου παραμένει προβληματική.
Όπως σημειώνεται στην ειδική έκθεση, οι ελληνικές αρχές πραγματοποιούν συστηματικά λιγότερους ελέγχους από τους προβλεπόμενους (με εξαίρεση το 2023), επικαλούμενες χρόνια προβλήματα υποστελέχωσης, ανεπαρκούς χρηματοδότησης και δυσλειτουργιών στην παροχή εργαστηριακών υπηρεσιών.
Οι ελλιπείς εργαστηριακές αναλύσεις αυξάνουν τον κίνδυνο να μην εντοπιστούν περιπτώσεις απάτης ή σοβαρής υποβάθμισης της ποιότητας. Παράμετροι που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την παρουσία πυρηνελαίου, ξένων ελαίων ή χημικά επεξεργασμένου ελαιολάδου συχνά δεν εξετάζονται επαρκώς.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι ελληνικοί έλεγχοι συμμόρφωσης αφορούν αποκλειστικά το ελαιόλαδο που παράγεται στην Ελλάδα και διατίθεται στην εγχώρια αγορά. Εξαιρούνται τόσο τα εισαγόμενα προϊόντα όσο και εκείνα που προορίζονται για εξαγωγή, δηλαδή τα προϊόντα που διαμορφώνουν τη διεθνή εικόνα της χώρας.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία εφαρμόζουν ελέγχους σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Από τη μεταποίηση και το λιανεμπόριο μέχρι τις εισαγωγές, τις εξαγωγές και τις διαδικτυακές πωλήσεις. Ειδικά στην Ιταλία, οι αρχές δίνουν προτεραιότητα στην πρόληψη της απάτης στις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
Νομικά «γκρίζα σημεία» και πρακτικές που θολώνουν
Η Ελλάδα, αν και τρίτη παραγωγός παγκοσμίως, επιλέγει ένα σύστημα ελέγχων περιορισμένης εμβέλειας, αφήνοντας κρίσιμα τμήματα της αγοράς εκτός εποπτείας. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στους ελέγχους. Στην Ελλάδα, επιτρέπεται η ανάμειξη ελαιολάδου από διαφορετικές περιόδους συγκομιδής και η χρήση της πιο πρόσφατης ημερομηνίας για τον προσδιορισμό της ελάχιστης διατηρησιμότητας. Οι επιθεωρητές, ωστόσο, δεν διαθέτουν σαφείς οδηγίες για το πώς ελέγχεται αυτή η πρακτική.
Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο και με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ιταλία η ανάμειξη εξαιρετικού παρθένου με παρθένο ελαιόλαδο και η εμπορία του ως εξαιρετικού παρθένου παραμένει νομικά επιτρεπτή, ελλείψει ρητής απαγόρευσης. Πρόκειται για μια «νόμιμη στρέβλωση» που υπονομεύει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό ποιότητας.
Την ίδια στιγμή η έκθεση εντοπίζει σαφείς αδυναμίες και στο σύστημα κυρώσεων και προστίμων. Στην Ελλάδα, τα πρόστιμα δεν λαμβάνουν υπόψη το οικονομικό όφελος από την πώληση ελαιολάδου χαμηλότερης κατηγορίας ως εξαιρετικού παρθένου. Αντίθετα, στην Ιταλία και την Ισπανία, οι κυρώσεις συνδέονται με τις ποσότητες και τα κέρδη της παράνομης δραστηριότητας. Αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα.
Στην Ελλάδα οι αποφάσεις για τις κυρώσεις εκδίδονται σε 14 μήνες! Δηλαδή 13 μήνες μετά από τον χρόνο που χρειάζονται στην Ιταλία, όπου οι αποφάσεις εκδίδονται εντός 36 ημερών. Μάλιστα ακόμη και στο Βέλγιο που δεν είναι ελαιοπαραγωγός χώρα, αλλά είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ενωσιακού ελαιολάδου και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιολάδου τρίτων χωρών απαιτούνται «μόλις» 4 μήνες και στην Ισπανία πέντε μήνες.







