«Της αθρωπιάς ο πρίνος»

 Γεννήθηκε στο χωριό Αποδούλου Αμαρίου στις 6 Αυγούστου του έτους 1895 και πέθανε στις 21 Ιουνίου 1975 ,  . 

   Η μητέρα του ήτανε η Ελένη Γ. Παπαδογιάννη από τον Άϊ Γιάννη Αμαρίου, με καταγωγή από Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου, δισέγγονη από πατέρα του Νεομάρτυρα ΑΓΓΕΛΗ. Ο πατέρας του ήτανε ο Μιχαήλ Κ. Φωτάκης, με καταγωγή από Μέλαμπες, γι’ αυτό και λεγότανε Μελαμπιανομιχελής και με το παρατσούκλι Μπέλεχας. 

   Σε πολύ μικρή ηλικία, δύο περίπου ετών, ο Μανώλης Φωτάκης ορφάνεψε από μητέρα, γι’ αυτό και διευκρινιστικά προσδιορίζονταν στους συγγενείς και χωριανούς σαν «το ορφανό». Παντρεύτηκε τη Μαρία Παραδεισανού του Στεφάνου το γένος Παπαδογιάννη από τον Άϊ Γιάννη Αμαρίου, τους γονείς της οποίας οι Γερμανοί καταχτητές συλλάβανε το έτος 1943, τους καταδικάσανε δις εις θάνατον και μεταφερόμενοι σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη Γερμανία πνιγήκανε μεσοπέλαγα, ύστερα από τορπιλισμό του πλοίου που τους μετέφερε. 

«Της αθρωπιάς ο πρίνος»

   Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό έντεκα συνολικά χρόνια, εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918, αλλά και στις πολεμικές επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας 1919-1922.  Έχουνε μείνει ζωντανές στη μνήμη πάμπολλες πολεμικές ιστορίες τις οποίες επανειλημμένα είχε διηγηθεί, για τη συμμετοχή του σε μάχες της πρώτης γραμμής στο Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά και στις πολλές ταλαιπωρίες του συνεπεία της Μικρασιατικής καταστροφής και κατά την οπισθοχώρηση του Ελληνικού Στρατού. Έλαβε μέρος επίσης κατά την Γερμανική κατοχή, στη μάχη των Περβολίων, έξω από το Ρέθυμνο και μάλιστα συνέλαβε δυο αιχμαλώτους, σύμφωνα με το επικήδειο στιχούργημα του Βαρδή Τσιράκη (Τσιροβαρδή), που τον χαρακτηρίζει «της αθρωπιάς ο πρίνος» και καταχωρείται παρακάτω. 

   Ήτανε ιδιαίτερα μερακλής, γλεντζές, χορευτής και γλυκόλαλος τραγουδιστής. Τον διέκρινε η ντομπροσύνη, η λεβεδιά και η ευπρέπεια. Τραγουδούσε με ιδιαίτερο πάθος και αγάπη αρκετά ριζίτικα τραγούδια. Ένα από τα αγαπημένα του ριζίτικα κατέγραψα να το τραγουδεί το Σάββατο 13 Φεβρουαρίου του έτους 1965. Δείτε το βίντεο : https://youtu.be/2y3_JQCMfbM Τραγουδούσε επίσης  και όμορφες μαντινάδες μα ξεχώριζε μια, η πιο αγαπημένη του :

«Ως είν’ ο δρυς ψηλό δεντρό κι έχει μεγάλους κλώνους

έτσα ΄ναι κι η γι αγάπη μου και θα βαστάξει χρόνους» 

   Άσκησε διάφορα επαγγέλματα για να επιζήσει, όπως του γεωργού, του χτίστη, του φελλουτζή, αλλά ιδιαίτερα του «χαρκιά» (σιδηρουργού). Ήτανε φημισμένος χαρκιάς στην εποχή του και διακρινότανε για την ευρηματικότητά του. Το επάγγελμα του χαρκιά ήτανε πολύ χρήσιμο σε κάθε χωριό τα παλιά χρόνια. Το Χαρκιδιό ή χαρκιάδικο ήτανε ένα μικρό συνήθως πετρόχτιστο δωμάτιο και συνεχώς μουντζουρωμένο από τους καπνούς. Οι χαρκιάδες ήσανε σχεδόν πάντα μουντζουρωμένοι στη μύτη και στο πρόσωπο από τα χέρια τους που ήτανε μουντζουρωμένα. Το επάγγελμα του χαρκιά παρέμεινε ως προσδιοριστικό της ταυτότητάς του μα και της γυναίκας του Μαρίας ως «Χαρκιαδίνας». Το πρώτο χαρκιάδικο και για πολλά χρόνια το είχε στο Αποδούλου και κατόπιν στον Άϊ Γιάννη, όπου παντρεύτηκε και έζησε ως το τέλος της ζωής του. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε κυρίως ήτανε : το αμόνι, το φυσερό και η μέγγενη. Στο αμόνι κοπάνιζε και επεξεργαζότανε τα σίδερα. Το φυσερό έβγαζε δυνατό αέρα για να ανάβουνε τα κάρβουνα και να πυρώνει τα σίδερα, αλλά ήθελε τέχνη – συγχρονισμό από αυτόν που το χειριζότανε. Το φυσερό ήτανε ένα είδος ασκί από μαλακό δέρμα καμήλας ειδικά διαμορφωμένο να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει. Η μέγγενη ήτανε ένα μεγάλο εργαλείο που βοηθούσε για να λιμαίρνει εκεί τα σίδερα.  Είχε και άλλα εργαλεία, βοηθητικά όπως: τανάλιες, ζουμπάδες, σφυριά, βαριές, κοπίδια και άλλα δευτερεύουσας σημασίας. Έφτιαχνε αλέτρια (ολόκληρα), σκαλίδες, μανάρια, μπαλταδάκια, μαναροσκαλίδες, σκαπέθια, υνιά, λούρα, πανωζεύλια, τζένια, λοστάρια, μπίκους, κοντεμηρί, κλειδιά κ.λπ. Χρειαζότανε πολλές φορές βοήθεια για να χτυπούνε τα πυρωμένα σίδερα πάνω στο αμόνι και συχνά πολλοί χωριανοί επισκεπτότανε το χαρκιδιό, αλλά και τα παιδιά για να απολαμβάνουνε το όλο θέαμα. Τα ρούχα του ήτανε πάντα μουντζουρωμένα αλλά και τρυπημένα από καψίματα, αν και φορούσε πέτσινη ποδιά. Χρησιμοποιούσε ειδικά κάρβουνα για το πύρωμα και το μαλάκωμα των σιδηρικών. Ο ερευνητής-συγγραφέας Κωνσταντίνος Νικ. Ψαρουδάκης σε ομιλία του στο Αποδούλου με θέμα η μεταλλοθηρία στην Κρήτη στις 19/8/2023 ανέφερε τα εξής : « Κατά προφορική μαρτυρία του Γεωργίου Τζεκάκη στην περιοχή του Άνω Μέρους που άπτεται της τοποθεσίας «Μανουρά την καμάρα» στον Πλατύ ποταμό, υπήρχε σιδηροπυρίτης. Ο ίδιος συνέλεγε μικρά τεμάχια τα οποία μετέφερε στον σιδηρουργό Φωτάκη, του χωριού Άγιος Ιωάννης και εκείνος με τη σειρά του τα χρησιμοποιούσε ως καύσιμη ύλη για την επεξεργασία του σιδήρου και κατασκευή γεωργικών εργαλείων (δεκαετία του 1930)». Χρησιμοποιούσε επίσης μαλακό σίδερο και ατσάλι. Για τις βαφές και συγκολλήσεις χρησιμοποιούσε και ένα ειδικό χώμα (άσπρουγας), που έμοιαζε με το αλάτι και το έβρισκε  κατ’ αρχήν σε κάποιο σημείο στο τοπωνύμιο Σταυριά, στο μέσον της διαδρομής προς τον οικισμό Νίθαυρη. Κατόπιν το προμηθευότανε από  μια τοποθεσία κάτω από τον οικισμό Χωρδάκι. Το χώμα αυτό έριχνε στο καμίνι κατά τη διαδικασία πυρακτώματος των σιδηρικών πολλές φορές και στη συνέχεια έβαζε το προς επισκευή εργαλείο στη μέγγενη για επεξεργασία- λιμάρισμα. Εφόσον το θεωρούσε έτοιμο το ξανάβαζε στο καμίνι για λίγο, το έβγαζε και του έκανε ελαφρά επάλειψη με σπιτικό σαπούνι. Στη συνέχεια το βουτούσε σε ένα κουβά με νερό λίγο λίγο, ώσπου να πάρει χρώμα μπλε. Εκεί ήθελε την μεγαλύτερη προσοχή για να έχει επιτυχία η βαφή. Ήτανε μοναδικός στις βαφές και τον παραδεχότανε όλοι οι συνάδελφοί του επαγγελματίες χαρκιάδες. Το σιδηρικό κολλάει και βάφεται όταν είναι πυρακτωμένο, επεξεργαστεί σωστά και βουτηχτεί στο νερό και όπως λέει και η παροιμία : «…..στη βράση κολλάει το σίδερο….» Ο τρόπος φτιαξίματος όλων των εργαλείων και σιδηρικών που έφτιαχνε ήτανε ξεχωριστός, είχανε την ταυτότητά του και γι’ αυτό πολλοί λέγανε : «αυτό το έσαξε ο Χαρκιάς από τον Άϊ Γιάννη». Ήτανε πρωτομάστορας στα βαψίματα και ατσαλαρίσματα. Συχνά έλεγε τις φράσεις : «Οποιος δε θέλει χτύπους, στο χαρκιδιό δεν πάει» και «Θαρρείς πως είναι χαρκιάδες ούλοι απού φορούνε ποδιές», αλλά και λέξεις όπως : «θα το μπαστίσω», λέξη Τουρκ. προέλευσης που σημαίνει : θα το πατήσω, θα το πιέσω, θα το πλακώσω, και «θα το αυτόσω» που σημαίνει : θα το επεξεργαστώ και θα το φτιάξω, αλλά και προβαίνω σε σεξουαλική πράξη.

   Θα μπορούσα να αναφερθώ με περισσότερες λεπτομέρειες σε πολλά περιστατικά και ιστορίες σχετικά με την πολύχρονη άσκηση του επαγγέλματός του. Δεν θα το κάνω όμως και θα περιοριστώ σε δυο πραγματικά γεγονότα τα οποία έζησα από κοντά και που πολλοί Αϊγιαννιώτες θυμούνται και εξιστορούνε στις διάφορες συζητήσεις. 

«Της αθρωπιάς ο πρίνος»

   Κάποτε και ενώ ήμουνα σε μικρή ηλικία με πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στον Άϊ Γαλήνη για να πουλήσομε χαρούπια και για να πεταλώσομε στον «πεταλωτή» τους δυο γαϊδάρους που είχαμε. Μετά το πετάλωμα επισκεφτήκαμε ένα Χαρκιδιό της Αγίας Γαλήνης, που εκείνη την ώρα ο χαρκιάς προσπαθούσε να βάψει ένα μπαλταδάκι. Σταθήκαμε στην πόρτα και παρατηρούσαμε τις αποτυχημένες προσπάθειες του συναδέλφου του χαρκιά.. Κάποια στιγμή νευριασμένος απευθύνθηκε στον πατέρα μου και του είπε : «Μωρέ κουμπάρε, ίμπανα θιαρμίζεις ;». Και ο πατέρας μου ετοιμόλογος του απάντησε : «Μωρέ κουμπάρε, θαρρώπως δεν γατέχεις να βάφεις». Και εκείνος ανταπάντησε, τον προκάλεσε και τον προσκάλεσε : «Έλα τουλόγου σου που κατέχεις να το βάψεις». Δεν έχασε καιρό ο πατέρας μου, κατέβηκε το σκαλί,, του ζήτησε την πέτσινη ποδιά και σε λίγο χρόνο έβαψε το μπαλταδάκι. Τότε ο χαρκιάς του Άϊ Γαλήνη απευθύνθηκε στον πατέρα μου και του είπε : «Μωρέ κουμπάρε, ίμπανά ‘σαι ο χαρκιάς από τον Άϊ Γιάννη ;» επιβεβαιώνοντας έτσι τη φήμη του.

   Έφτιαχνε και βαριές δουλειές που δεν τις φτιάχνανε άλλοι χαρκιάδες της εποχής σε όλο το Ρέθυμνο. Χαρακτηριστικά θα αναφερθώ σε ένα χοντρό αρίδι φάμπρικας διαμέτρου 15-20 εκατοστών που είχε στραβώσει, μιας φάμπρικας στον Άϊ Γιάννη, αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο ιδιοκτήτης της φάμπρικας Ελευθέριος Μαριδάκης (Λευτεράκης), αφού εξάντλησε όλες τις δυνατότητες επισκευής (ξεστραβώματος) σε όλο σχεδόν το Ρέθυμνο και αφού δεν αναλάμβανε τότε να το φτιάξει κανείς, κατέληξε στο φημισμένο χαρκιά του Άϊ Γιάννη. Παρακάλεσε τον πατέρα μου κι εκείνος αποδέχτηκε με επιφύλαξη, αφού αντιλαμβανότανε τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε. Έβαλε λοιπόν στη φωτιά το αρίδι, εγώ βοηθούσα στο φυσερό και το ζέσταινε για δυο ώρες περίπου στο σημείο που ήθελε, ώσπου έγινε κατακόκκινο. Έχοντας την μεγάλη αντίληψη σε ποιο σημείο και πόσο είχε στραβώσει και που ήθελε το χτύπημα για να ξεστραβώσει, ανέθεσε σε έναν χεροδύναμο του χωριού να χτυπήσει με τη βαρέ, τον Ηλία Βασιλάκη, υποδεικνύοντάς του το σημείο και του είπε : «Βάρα μια, βάρα άλλη μια, βάρα και μισή ακόμη» και μετά απ’ αυτό έβαλε τον πήχυ και το αρίδι ήτανε ίσιο και έτοιμο να ξαναχρησιμοποιηθεί. Το «βάρα και μισή» εμπεριέχει όλη την αντίληψη του φημισμένου χαρκιά. Έτσι κατάφερε να ξεστραβώσει το αρίδι αυτό χάρις στην επιμονή και την αντίληψή του. Και βέβαια έτυχε ιδιαίτερου θαυμασμού από όλο το χωριό που είχε συγκεντρωθεί για να δει το αποτέλεσμα και να απολαύσει το θέαμα.

   Δε χαλούσε χατίρι σε κανένα, εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γυροχώργιουλα  και το τεφτέρι του ήτανε συνεχώς γεμάτο βερεσέδια. Αρκετά από αυτά δεν διαγραφήκανε εν ζωή, παρά μόνο με το τέλος της ζωής του, σαν σήμερα στις 21 Ιουνίου του έτους 1975 σε ηλικία 80 ετών.

   Προσπαθώ εντελώς μόνος μου να αναστήσω το χαρκιδιό του ακριβώς έτσι όπως ήτανε και θεωρώ πως «αυτό θα είναι το καλύτερο μνημόσυνο που θα μπορούσα να κάνω στον πατέρα μου».  

   Χάρις στις ικανότητές του, το θάρρος του, την πίστη και αγωνιστικότητά του για λευτεριά, συμμετείχε και στην κατασκευή πρωτοποριακού υδροηλεκτρικού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά την περίοδο της κατοχής από τους Γερμανούς και συγκεκριμένα τον Μάιο του 1943. Ο αείμνηστος Μάρκος Πολιουδάκης στο βιβλίο του : Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1η Ιουνίου 1941 έως 30 Ιουνίου 1945 ΡΕΘΥΜΝΟ 2002, στις σελίδες 198-199 αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο : ΤΟ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΆΣΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ και αναφέρει : «………………………………  

Η τροχαλία όμως έπρεπε να γυρίζει πάνω σε κουζινέτα.  Πήγα στον Άϊ Γιάννη, στο Χαλκιά που λεγόταν Μανόλης, ήταν ζωηρός άντρας με μουστάκι αντρίστικο, νομίζω τον έλεγαν Φωτάκη, του είχαμε εμπιστοσύνη. Μου έφτιαξε δυο στρογγυλά σιδερένια καρφιά των 12 χιλιοστών. Του υπέδειξα ότι στα θηλυκά κουζινέτα απάνω, θα γύριζε η φτερωτή και θα έμπαιναν σε κάθε πάσαλο. Τα αρσενικά κουζινέτα έβαλε σε κάθε άκρη του άξονα. Οι πάσσαλοι ήταν χονδροί και μυτεροί για να καρφωθούν στο έδαφος. Πάνω σ’ αυτούς θα ζυγιαζόταν η φτερωτή, για να δουλεύει σωστά. ………………………………………………………………………………………………………..Όλοι μαζί από τη χαρά μας χοροπηδούσαμε και τραγουδούσαμε. Ο Νίκος Σουρής, έβγαλε και λόγο: Με αυτό το μηχάνημα πολεμούμε τους πανίσχυρους Γερμανούς με τα πολλά τανκς και τα στούκας. Αυτό είναι το μυστικό όπλο μας εναντίον τους.» 

   Η συμμετοχή και συμβολή του Μανώλη Φωτάκη σ’ αυτό το εφεύρημα της εποχής ήτανε ιδιαίτερα σημαντική στον αγώνα για ελευθερία, ανεξαρτησία και δικαιοσύνη, αρχές τις οποίες πίστευε και υπερασπίστηκε στη ζωή του με κάθε τρόπο.

   Εκτός από το παραπάνω γεγονός, ο Μανώλης Φωτάκης χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές από τις συμμαχικές δυνάμεις ως αγγελιοφόρος, για μεταφορά εγγράφων μηνυμάτων, γιατί εθεωρείτο ιδιαίτερα έμπιστο πρόσωπο. 

   Ο Βαρδής Τσιράκης (Τσιροβαρδής), από τις Μέλαμπες, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, έγραψε μετά τον θάνατο του Μανώλη Φωτάκη (Χαρκιά) στην εφημερίδα «Η Φωνή των Μελαμπιανών», Ιούλιος 1975 τους παρακάτω στίχους :

Eμίσεψενε  κι ο Xαρκιάς, από τον Άϊ Γιάννη,

η Eθνική Aντίσταση κι άλλο γενναίο χάνει.

O χάροντας τον νίκησε, τον όμορφο στη πάλη

και νικημένος έφυγε, για τη ζωή την άλλη.

Kι άλλη φορά ο Χάροντας, του είχενε μοντάρει,

όμως δεν τα κατάφερε, ετότες να τον πάρει.

Ως και στο Pέθυμνο παλιά, τού ’στεσενε καρτέρι,

στη μάχη τη πρωτόγνωρη, στων Περβολιών τα μέρη.

Στη μάχη τη πρωτόγνωρη, τη ξακουστή τση  Kρήτης

έστειλε τσι γενναίους του κι ο γέρο Ψηλορείτης.

Έστειλε τους Bισταγιανούς, έστειλε τσ’ Aμπαδιώτες,

έστειλε τους Φουρφουριανούς κι όλους τους Aμαριώτες.

Έστειλε και το δάσκαλο, το Mάνο τον Kουτάκη

και το Mανώλη, το Xαρκιά τον ξακουστό, Φωτάκη.

Πρωτοβουλίες είχανε, στη μάχη αναπτύξει

κι άπιαστη γενναιότητα κι οι δυό τους είχαν δείξει.

Δεν τα φοβόταν’ ο Xαρκιάς, των Γερμανών τα βόλια,

κι έπιασε δυο αιχμάλωτους, εχθρούς, εις τα περβόλια.

Όλοι οι συμπολεμιστές, τον είχανε θαυμάσει,

για τα θεριά που μπόρεσε, αιχμάλωτα να πιάσει.

Mα και τα χρόνια τση σκλαβιάς, χειμώνα καλοκαίρι 

επάλευγε με τους εχθρούς, τη Λευτεριά να φέρει.

Ποτέ από το μακελιό, δεν ήθελε να λείψει,

στσι μάχες πάλευγε τσ’ εχθρούς, χωρίς  να έχει τύψη.

Πάρα πολλά επρόσφερε, στση Λευτεριάς την πάλη,

όλα τα χρόνια τση σκλαβιάς, δεν έσκυψε κεφάλι.

Eπάλεψε ακούραστα, για την ελευθερία,

με της Eυρώπης τ’ άγρια κι απαρθηνά θηρία.

Xωρίς να καταφέρουνε, ποτέ να τον νικήσουν’,

γι’ αυτό και οι ιστορικοί, δε θα τον αδικήσουν’.

Όμως οψές νικήθηκε, στη πάλη με το χάρο,

ο θάνατος τον νίκησε, τση Λευτεριάς το φάρο.

Kι αμέσως πήρε ο Xαρκιάς, τ’ άχαρο μονοπάτι

και πήγε αψεγάδιαστος, στου χάρο το παλάτι.

Γι’ άλλο Πλανήτη έφυγε, τση Kρήτης το καμάρι,

της Aμπαδιάς ο αετός, τ’ άτρομο παληκάρι.

Έφυγε για το άπειρο, της αθρωπιάς ο πρίνος

κι έγινε στο Nησί σεισμός, το κούνησε ο θρήνος.

Tο χώμα νά ’ναι αλαφρό, που θα τονε σκεπάσει

και στο Nησί να μη βρεθεί, κανείς να τον ξεχάσει.

Kαλό ταξίδι Άρχοντα, καλό ταξίδι Γέρο,

λίγα λουλούδια σήμερο, ήρθα να σου προσφέρω.

Στον Άϊ Γιάννη το Xλιαρό, ετούτα έχω γράψει

και μέσα στσ’ άτεχνες γραμμές, το πόνο έχω θάψει.

                              Σάββατο, 21 Iουνίου 1975   Tσιροβαρδής

 

Αφιέρωμα στον πατέρα μου (αποσπάσματα)

Μανώλης Μιχ. Φωτάκης Ένας ακόμα άγνωστος ήρωας

    ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ   Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016 Σελίδα 6                

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

  • Εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Τσιροβαρδής «Της ανθρωπιάς ο πρίνος»

20/12/2016 της Εύας Λαδιά 

 

   Από τις μεγάλες μορφές του Αποδούλου που ελάχιστοι «εκτός των τειχών» γνωρίζουν, ήταν και ο Μανώλης Μιχ. Φωτάκης. Ένας σπάνιος, παραδοσιακός Κρητικός που δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία από τον σημαντικό ρημαδόρο Βαρδή Τσιράκη (Τσιροβαρδή), «της ανθρωπιάς ο πρίνος». Από τότε που κάναμε το αφιέρωμα για τη λεβέντισσα γυναίκα του τη Μαρία το γένος Παραδεισανού, είχαμε επισημάνει τα στοιχεία που μας επέβαλαν αυτό το αφιέρωμα. Και χαιρόμαστε που είμαστε πια σε θέση να εκπληρώσουμε το ηθικό αυτό καθήκον. Ας γνωρίσουμε λοιπόν καλύτερα σήμερα τον Μανώλη Μιχ. Φωτάκη, που έγραψε τη δική του ιστορία με το βίο και τα έργα του.

     Από ιστορική οικογένεια

   ……………………. Σαν γνήσιος πατριώτης έκανε το καθήκον του υπηρετώντας στον Ελληνικό Στρατό έντεκα συνολικά χρόνια. …………………… Αν και μεγάλος σχετικά στην ηλικία δεν απουσίασε και από την εποποιία της Μάχης της Κρήτης. Η πληροφορία αυτή αναφέρεται στον έμμετρο επικήδειο του Τσιροβαρδή. Διαβάζουμε συγκεκριμένα ότι ο Μανώλης Φωτάκης, πολέμησε στη μάχη των Περιβολίων και μάλιστα συνέλαβε δυο αιχμαλώτους.

   Ένας γνήσιος μερακλής

   Όπως κάθε λεβέντης έτσι και «της ανθρωπιάς ο πρίνος» αγαπούσε την καλή παρέα. 

  Δύσκολα χρόνια κι αυτά που έζησε ο Μανώλης Φωτάκης. «Ανθρωπος όμως που ήθελε την προκοπή δεν έπαψε να αναζητά τρόπους για να εξασφαλίζει τον αξιοπρεπή του βίο………..

   Ένα χρήσιμο επάγγελμα

………………..    Ήταν καλός τεχνίτης ο Φωτάκης. Κάθε του δημιούργημα έφερε την υπογραφή της ποιοτικής δουλειάς του. Έλεγαν «αυτό το έσαξε ο Χαρκιάς από τον Άι Γιάννη». Δε χαλούσε χατίρι σε κανένα, εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γύρω χωριά. Και από χρήματα. Ας μην το συζητάμε. Άνθρωπος που καταλάβαινε τη φτώχεια ποτέ δεν πίεσε κανένα για να πληρωθεί και όπως είναι φυσικό με τέτοια συμπεριφορά το τεφτέρι του ήτανε γεμάτο βερεσέδια……….   

    Η τέχνη του βοήθησε και την Αντίσταση

……………..    Ο αείμνηστος Μάρκος Πολιουδάκης στο βιβλίο του: «Η Εθνική Αντίσταση κατά τη Γερμανοϊταλική Κατοχή στην Κρήτη 1η Ιουνίου 1941 έως 30 Ιουνίου 1945, Ρέθυμνο 2002», στις σελίδες 198-199, αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο: «Το Υδροηλεκτρικό Εργοστάσιο της Κατοχής», και αναφέρει: ………………….  Γράφει σχετικά και ο Μανώλης Βοσκάκης: «…………… Η τροχαλία όμως έπρεπε να γυρίζει πάνω σε κουζινέτα. Πήγα στον Άι Γιάννη, στο Χαλκιά που λεγόταν Μανόλης, ήταν ζωηρός άντρας με μουστάκι αντρίστικο, νομίζω τον έλεγαν Φωτάκη, του είχαμε εμπιστοσύνη………..   Τιμή και δόξα σε ήρωες σαν κι αυτόν. Κι αν τον συμπεριλάβαμε στα αφιερώματά μας, είναι για να προσθέσουμε ένα ακόμα πρότυπο κρητικής λεβεντιάς για τους νέους μας που κοντεύουν σιγά σιγά να ξεχάσουν και την εθνική τους ταυτότητα.

   Τούτο το μικρό αφιέρωμα, θυμίαμα μνήμης και τιμής στον πατέρα μου, που σαν σήμερα πριν 49 χρόνια έφυγε από τη ζωή.

Ακολουθήστε το Iraklionews σε Google News  και Facebook 
Απόψεις - Τελευταία Νέα