Οι τελευταίες ώρες του Κομαντάντε: Σαν σήμερα πέρασε στην ιστορία ο Τσε Γκεβάρα

Ήταν δύσκολη η κατάβαση την χαράδρα Γιούρο εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ένοιαζε εκείνη την στιγμή τον Τσε Γκεβάρα. Ήταν μαθημένος στις δυσκολίες, είχε περάσει ατέλειωτες νύχτες σε ζούγκλες και βουνά αλλά στην Βολιβία το αντάρτικο που είχε στήσει δεν εξελισσόταν όπως θα ήθελε.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν στο κατόπι του από το καλαοκαίρι, ο κλοιός στένευε και μαζί με μια φούχτα άνδρες ο Τσε εξακολουθούσε να μάχεται και να διαφεύγει. Ούτε αυτός, ούτε κανένας από τους 17 αντάρτες που ήταν μαζί του, αντιλήφθηκαν τα μάτια ενός αγρότη από το χωριό Λα Χιγκέρα, που τους είδε να περπατάνε.

Ήταν αυτός που έτρεξε να ειδοποιήσει τον τοπικό στρατιωτικό διοικητή της περιοχής Γκάρι Πράδο Σαλμόν για τους αντάρτες και ο τελευταίος δεν έχασε καιρό. Αχνοχάραζε 8 του μήνα, όταν ο Κομαντάντε και οι άντρες του βρέθηκε πρικυκλωμένος από ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις και παρόλο που τους είχε χωρίσει σε μικρές ομάδες των τεσσάρων ατόμων ώστε να υπάρχει αλληλοκάλυψη η μάχη ήταν άνιση.

Ακόμη κι έτσι χρειάστηκαν δύο πράγματα για να συλληφθεί ο ονειροπόλος γιατρός από την Αργεντινή, που τα άφησε όλα για να ξεσηκώσει τους φτωχούς και τους αδύναμους σε διάφορες γωνιές της γης. Το ένα ήταν ότι οι αντάρτες όσο καλή διαχείρηση κι αν έκαναν ξέμεναν από πυρομαχικά και το δεύτερο-απείρως πιο σημαντικό-ο Τσε δέχτηκε μια ριπή στο πόδι, που τον δυσκόλευε πολύ στο περπάτημα.

Το όπλο του είχε καταστραφεί και όταν είδε τους στρατιώτες σε απόσταση αναπνοής ήξερε ότι όλα είχαν είχαν τελειώσει γι΄αυτό φώναξε δυνατά: «Μην πυροβολείτε. Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω πιο πολύ για σας ζωντανός». Ήταν απόγευμα της 8ης Οκτωβρίου του 1967 όταν ο Κομαντάντε Τσε μεταφέρθηκε στο δημοτικό σχολείο του Λα Χιγκέρα, τραυματισμένος αλλά ζωντανός.
αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει….

Δεν μίλησε μέχρι το τέλος

Οι στρατιώτες που τους είχε κάνει την ζωή δύσκολη, του έσκισαν τα ρούχα, θέλοντας να αφαιρέσουν από τον Τσε, αυτό καταλυτικό βλέμμα που είχε, όταν κοίταζε κάποιον.

Στην ανάκριση δεν είπε τίποτε. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα και τα μαλλιά του βρώμικα όταν μπήκε στην αίθουσα που τον κρατούσαν ο Φέλιξ Ροντρίγκεζ, πράκτορας της CIA.

Ο τελευταίος φορούσε στολή των ενόπλων δυνάμεων της Βολιβίας και είχε παίξει κύριο ρόλο στην επιχείρηση για την σύλληψη του ανθρώπου που παράτησε τον υπουργικό θώκο στην Κούβα για να πολεμήσει στα βουνά της Αφρικής και των Άνδεων.

Ήταν αυτός που όπως είπε χρόνια μετά ήθελε να μείνει ζωντανός ο Κομαντάντε, ώστε να μεταφερθεί στις ΗΠΑ και να ανακριθεί, αλλά οι Βολιβιανοί αποφάσισαν να τον εκτελέσουν.

Όταν το έμαθε μπήκε στην αίθουσα κοίταξε τον Τσε στα μάτια και του είπε τρεις λέξεις: «Θα σε εκτελέσουν…».

Ο Γκεβάρα ανταπόδωσε το βλέμμα σύμφωνα με τα όσα είπε χρόνια μετά ο Ροντρίγκεζ στην εκπομπή «60 minutes» και του απάντησε: «Καλύτερα έτσι. Δεν έπρεπε να με είχαν πιάσει ποτέ ζωντανό».

Μετά από μια χειραψία, ο πράκτορας της CIA βγήκε έξω και ο Χάιμε Τεράν, ένας στρατιώτης ανέλαβε να εκτελέσει τον άνθρωπο που κατέλαβε την Σάντα Κλάρα στην Κούβα, ανοίγοντας στον Φιντέλ Κάστρο τον δρόμο για την Αβάνα.

Οι εντολές που είχε ήταν να πυροβολήσει τον Τσε από τον λαιμό και κάτω, ώστε να γίνει πιστευτή η ιστορία τηςε κυβέρνησης, ότι σκοτώθηκε στην μάχη.

Οι τελευταίες λέξεις του Κομαντάντε προς τον Τεράν ήταν: «Ξέρω ότι ήρθες να με σκοτώσεις. Πυροβόλα, έναν άνθρωπο θα σκοτώσεις…».

Οι ριπές ακούστηκαν σε μια απόσταση εκατό μέτρων.

Το κορμί του είχε πληγές στον θώρακα, στα χέρια και στα πόδια, ήταν πρωί, το ημερολογιο έδειχνε Δευτέρα 9 Οκτωβρίου και ο Τσε Γκεβάρα ήταν νεκρός…

Την επόμενη μέρα, οι δημοσιογράφοι που μεταφέρθηκαν εσπευσμένα με στρατιωτικά ελικόπτερα στο Βαγιεγκράντε, αντίκρισαν ξαπλωμένο σε ένα πρόχειρο κρεβάτι, έναν γενειοφόρο άντρα γυμνό από τη μέση και πάνω, με χακί παντελόνι και στρατιωτική ζώνη. Ήταν ο Τσε Γκεβάρα νεκρός. Όχι από τα μάλλον επιπόλαια τραύματα στο πεδίο της μάχης, αλλά από δύο σφαίρες στο σβέρκο. Ο Τσε, στα 39 του χρόνια, πλήρωσε με τη ζωή του το σχέδιο οργάνωσης αντάρτικου στη Βολιβία, με προοπτική την επέκτασή του και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Ακόμα και νεκρός, ο Γκεβάρα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος για το βολιβιανό καθεστώς που δεν διανοήθηκε να ρισκάρει μία δημόσια ταφή του. Ούτε στον αδελφό του, Ρομπέρτο Γκεβάρα, δεν έδειξαν το πτώμα του, με συνέπεια πολλοί να αμφισβητήσουν αν πέθανε πραγματικά ή μήπως επρόκειτο για μπλόφα των αρχών. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων, και κήρυξε τριήμερο πένθος στη δεύτερη πατρίδα του Αργεντινού επαναστάτη.

Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.

Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν τη σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίους ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.

Πηγή: protothema.gr

Τελευταία Νέα
Περισσότερες Ειδήσεις